29 Νοε 2011

H Αληθινή Τέχνη



Η Πριγκιποπούλα είχε πέσει σε μεγάλη κατάθλιψη. Δεν είχε διάθεση ούτε να διασκεδάσει, ούτε να φάει, ούτε να κοιμηθεί. Δε μιλούσε πια σε κανέναν. Μονάχα καθόταν με τις ώρες στο ψηλότερο παράθυρο του πύργου και χάζευε το μακρινό ορίζοντα.

Ο Βασιλιάς είχε απογοητευτεί. Πριν λίγα χρόνια είχε χάσει τη γυναίκα του και τώρα η μονάκριβη κόρη του χανόταν κι αυτή μέρα με τη μέρα. Μέσα στην απελπισία του, αποφάσισε να ρωτήσει το Γέροντα Λεόντιο, τον υπεραιωνόβιο συμβουλάτορα του, για τον οποίο κάποιοι πίστευαν ότι ήταν σοφός, ενώ άλλοι απλά ξεμωραμένος. «Όταν χάνεται κάθε ελπίδα, μόνο η Αληθινή Τέχνη μπορεί να βοηθήσει,» ήταν η σιβυλλική ρήση του Γέροντα.

Ο Βασιλιάς λοιπόν κάλεσε τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του βασιλείου στην αίθουσα του θρόνου και τους είπε: «Όποιος καταφέρει να συγκινήσει την κόρη μου και να της ξυπνήσει ξανά τη διάθεση για ζωή, θα την πάρει για γυναίκα και θα τον χρίσω διάδοχο του θρόνου.» Η Πριγκιποπούλα που καθόταν δίπλα του άρχισε να πλέκει αδιάφορα μια τούφα από τα μαλλιά της.

Πρώτος αποφάσισε να δοκιμάσει ο Ποιητής. Χτύπησε τα χέρια του και δυο υπηρέτες εμφανίστηκαν κουβαλώντας μια καρέκλα κι ένα γραφείο, πάνω στο οποίο υπήρχε μια χρυσή πένα κι ένας πάπυρος. Ευθύς, ο Ποιητής ξεκίνησε να συγγράφει μια ελεγεία για την ομορφιά της Πριγκιποπούλας. Μόλις ολοκλήρωνε έναν στίχο τον απάγγελνε αμέσως για να μην προλάβει να χαθεί η φρεσκάδα του. Λίγο μετά την τριακοστή στροφή, είχε γίνει φανερό ότι η Πριγκιποπούλα δεν επρόκειτο να συγκινηθεί. Αυτή τη φορά, χτύπησε ο βασιλιάς τα χέρια κι οι υπηρέτες κουβάλησαν εκτός της αίθουσας το γραφείο, μαζί με τον Ποιητή που δεν έλεγε να το εγκαταλείψει.

Επόμενος στη σειρά ήταν ο Ζωγράφος. Άπλωσε έναν τεράστιο καμβά στο πάτωμα και βάλθηκε να ζωγραφίζει ένα πορτραίτο της Πριγκιποπούλας με τόση λεπτομέρεια που μπορούσε κανείς να μετρήσει τα βλέφαρά της – τα οποία όμως αυτή ούτε καν τρεμόπαιξε στη θέα του εκπληκτικού έργου. Μάταια πάλευε ο Ζωγράφος με τα πινέλα και τα χρώματά για να τραβήξει την προσοχή της. Ο Βασιλιάς δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Με ένα του νεύμα, οι υπηρέτες τύλιξαν τον Ζωγράφο στον καμβά και τον κύλισαν κλοτσηδόν έξω από το παλάτι.

Χαμογελώντας με το πάθημα του συναδέλφου του, εμφανίστηκε ο Γλύπτης αγκαλιά με ένα μεγάλο χαυλιόδοντα. Έβγαλε από την ποδιά του μια διαμαντένια σμίλη κι ένα σφυράκι κι άρχισε να σκαλίζει ένα άγαλμα που αναπαριστούσε την αίθουσα μαζί με όλους τους παριστάμενους. Έφτιαξε ακόμα και τον εαυτό του να σκαλίζει το ελεφαντόδοντο! Τη στιγμή όμως που ετοιμαζόταν να δώσει το τελευταίο χτύπημα, η Πριγκιποπούλα χασμουρήθηκε δυνατά, με αποτέλεσμα το σφυράκι να γλιστρήσει από το χέρι του σαστισμένου Γλύπτη και να προσγειωθεί στο κεφάλι του Βασιλιά!

Την ώρα που ο Γλύπτης οδηγούνταν σιδηροδέσμιος στο μπουντρούμι, έκανε θεαματική είσοδο ο Ηθοποιός φορώντας ένα καπέλο με κουδουνάκια και μιαν ασημένια μάσκα με ένα τεράστιο χαμόγελο. Κινούμενος αδιάκοπα και κάνοντας ακροβατικά, άρχισε να διηγείται ιστορίες τόσο αστείες που η αίθουσα σείστηκε από τα χαχανητά. Μέχρι κι ο Βασιλιάς, που ήταν άνθρωπος σοβαρός και μετρημένος, κρατούσε την κοιλιά του γιατί πονούσε από τα γέλια. Μα η Πριγκιποπούλα τίποτα, θαρρείς και ήταν κουφή. Ο Βασιλιάς διέταξε απρόθυμα το τέλος της παράστασης.

Μια γλυκιά μελωδία πλημύρισε την ατμόσφαιρα, καθώς ο Μουσικός βγήκε στον εξώστη κρατώντας ένα σπάνιο βιολί. Οι νότες του ήταν πιο καθαρές κι από φωνές αγγέλων κι έπεφταν από ψηλά σαν ανοιξιάτικη βροχή πάνω στα κεφάλια των παρευρισκομένων. «Είναι μια ωδή στη Πριγκιποπούλα που μόλις συνέθεσα,» ανακοίνωσε σε μια παύση της μουσικής, προς μεγάλη τέρψη του Βασιλιά και ακόμα μεγαλύτερη αδιαφορία της Πριγκιποπούλας. Κάτι τέτοιο δεν είχε ξανατύχει στον Μουσικό, που προσπαθώντας μανιασμένα να την εντυπωσιάσει, πίεζε όλο και περισσότερο το δοξάρι πάνω στις χορδές, ώσπου αυτές δεν άντεξαν άλλο κι έσπασαν μονομιάς. Εμφανώς καταβεβλημένος, ο Μουσικός εξαφανίστηκε πριν καν ο Βασιλιάς προλάβει να αντιδράσει.

Μια νέα μελωδία ακούστηκε καθώς ένας ηλικιωμένος κύριος με ακορντεόν μπήκε με αργό βήμα, ενώ πίσω του ακολουθούσε ένας κομψός δανδής, πατώντας στις μύτες των καλογυαλισμένων παπουτσιών του. Ο Χορευτής πλησίασε την Πριγκιποπούλα και απλώνοντας το χέρι, ρώτησε: «Θα μου κάνετε την τιμή να με συνοδεύσετε σε ένα Τάνγκο, το χορό του πάθους;» «Ουφ!» απάντησε αυτή βαριεστημένα και σέρνοντας τα πόδια της κατέβηκε από το θρόνο. Ο Χορευτής άρχισε να τη στροβιλίζει στο μαρμάρινο πάτωμα και να εκτελεί γύρω της εντυπωσιακές φιγούρες. Μα η Πριγκιποπούλα έμοιαζε με αχυρένια κούκλα στα χέρια μικρού παιδιού. Όταν πάτησε για εικοστή φορά το πόδι του Χορευτή, αυτός δεν άντεξε άλλο κι έφυγε τρέχοντας.

«Κάντε στην άκρη! Αφήστε την Τεχνολογία να αναδείξει την Τέχνη!» φώναξε ο Φωτογράφος καθώς περνούσε ανάμεσα στον κόσμο κουβαλώντας μια κάμερα. Όταν έφτασε στο κέντρο της αίθουσας έστησε το τρίποδο κι έχωσε το κεφάλι του κάτω από το μαύρο πανί. Με το ένα χέρι έκανε νόημα στο Βασιλιά να πλησιάσει την Πριγκιποπούλα και με το άλλο σήκωσε το δίσκο με τη σκόνη μαγνησίου. Προκείμενου να βεβαιωθεί ότι η φωτογραφία δεν θα ήταν σκοτεινή, είχε χρησιμοποιήσει μια ιδιαίτερα γενναιόδωρη δόση. Το πάτημα του διακόπτη συνοδεύτηκε από εκτυφλωτική λάμψη. Ο Φωτογράφος ίσα που πρόλαβε να αντικρίσει τα μουτζουρωμένα βασιλικά πρόσωπα, καθώς οι φρουροί τον έσερναν μακριά από τη μηχανή του.

«Αυτό ήταν, δεν αντέχω άλλο!» είπε απελπισμένος ο Βασιλιάς, ενώ το καψαλισμένο μουστάκι του κάπνιζε ακόμα, κι ετοιμάστηκε να αποχωρήσει.
«Μισό λεπτό, θέλω κι εγώ να δοκιμάσω!» πετάχτηκε ένας νεαρός Υπηρέτης.
«Ας είναι,» είπε αυτός. «Εδώ που φτάσαμε τι έχω να χάσω;»

Ο Υπηρέτης πλησίασε το πρόσωπό του σε αυτό της Πριγκιποπούλας και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Μετά, δεν είπε κουβέντα, ούτε κινήθηκε για τριάντα ολόκληρα λεπτά. Και ξαφνικά, πάνω που τελείωνε η υπομονή του Βασιλιά, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της Πριγκιποπούλας. Ευθύς, άρπαξε το πρόσωπο του νέου ανάμεσα στα χέρια της και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του.

«Μα, δεν καταλαβαίνω,» μονολόγησε ο βασιλιάς.
«Η Αληθινή Τέχνη Μεγαλειότατε,» του ψιθύρισε στο αυτί ο Λεόντιος, «δεν είναι προνόμιο κάποιας κάστας επαγγελματιών, ούτε και απαιτεί πολύτιμα ή σπάνια μέσα. Δε φτιάχνεται με συνταγές, ούτε ακολουθεί κανόνες. Είναι μια δύναμη πρωτόγονη που μπορεί και μετουσιώνει το Τίποτα σε Κάτι, δίχως διόλου να νοιάζεται ούτε για το Πώς, μήτε για το Γιατί…»

24 Ιουλ 2011

Μαμά



- Μαμά να σε ρωτήσω κάτι;
- Ναι αγάπη μου.
- Γιατί βαφτίζουμε τα μωρά;
- Γιατί με αυτό τον τρόπο δείχνουμε πόσο πολύ τα αγαπάμε και πόσο σημαντικά είναι για μας.
- Γιατί;
- Γιατί έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Ότι αγαπάμε το βαφτίζουμε. Και όχι μόνο τα μωρά. Να, για παράδειγμα, στη γειτονιά υπάρχουν ένα σωρό αδέσποτες γάτες που δεν έχουν όνομα. Τη Χιονάτη όμως που ζει στην αυλή μας και την αγαπάμε, της έχουμε δώσει όνομα. Κι εσύ το αγαπημένο σου παιχνίδι το φωνάζεις Τομ.
- Κι η Ελενίτσα την κούκλα της τη λέει Μαρία και το καναρίνι Λεμονάκι.
- Ακριβώς! Κι αν το σκεφτείς λίγο, θα δεις ότι βαφτίζουμε ακόμα και τους δρόμους, τις πλατείες, τις πόλεις και τα χωριά, μέχρι και τι χώρες! Ότι είναι σημαντικό κάποιος το έχει βαφτίσει…
- Μα καλά βρε μαμά τότε, αφού εσύ είσαι τόσο πολύ σημαντική για μένα και σε αγαπάω τοοοοοόσο πολύ, γιατί εγώ δε σε έχω βαφτίσει παρά σε φωνάζω «μαμά»;
- Γιατί το «μαμά» αγάπη μου είναι το ωραιότερο όνομα στον κόσμο!

11 Απρ 2011

Ο Γέροντας



Ανέβηκα ξεφυσώντας το τελευταίο από τα 999 σκαλοπάτια. Καλά μυαλά έχω κι εγώ. Μες στο κατακαλόκαιρο να σκαρφαλώνω ντάλα μεσημέρι τα ξεροβούνια, αναζητώντας τη φώτιση. Έλα όμως που δεν άντεχα άλλο να περιμένω. Άσε που δεν ήξερα και πόσο θα ζούσε ακόμα ο Γέροντας. Κανένας δεν ήξερε την ηλικία του – ούτε κατά προσέγγιση. Στο μόνο που συμφωνούσαν όλοι ήταν ότι ήταν πολύ – μα πάρα πολύ – γέρος (εξ ου και το προσωνύμιο), αλλά κυρίως σοφός, πολύ σοφός.

Η κατάστασή μου ίσως να οφειλόταν σε μια κοινή κρίση μέσης ηλικίας. Ίσως πάλι, στην ξεκομμένη από τη φύση ζωή στη μεγαλούπολη. Βασικά, όπως και τόσοι άλλοι, ένιωθα απελπιστικά κενός - πως η ζωή μου δεν είχε κανένα νόημα. «Είμαι ένα τίποτα, ένα παράσιτο σε τούτο τον κόσμο δίχως λόγο ύπαρξης», έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου. Τρία χρόνια φάρμακα και ψυχανάλυση κατάφεραν να ελαφρύνουν σημαντικά την τσέπη μου, αλλά ολωσδιόλου την ψυχή μου. Η αυτοεκτίμησή μου είχε πιάσει πάτο.

Είδα κι απόειδα και σκέφτηκα να πάω στο Θιβέτ. Στις ταινίες τουλάχιστον εκεί πάνε συνήθως. Όταν βέβαια μου είπαν στο τουριστικό γραφείο τις τιμές, έπαθα ένα ταρατατζούμ. Η υπάλληλος αντιλήφθηκε την ταραχή μου κι άρχισε να με ρωτάει απ’ έξω απ’ έξω για το λόγο του ταξιδιού μου. Εγώ προσπάθησα να πω κάποια πράγματα, κρατώντας όσο γινόταν τα προσχήματα. «Και γιατί να τρέχετε στην άλλη άκρη του κόσμου με αμφίβολα αποτελέσματα και δεν πάτε στα σίγουρα μέχρι τον Άη-Λιά του Πανωχωρίου, τρεις ώρες δρόμος, όλος ασφαλτοστρωμένος, πέρσι τον φτιάξανε;» μου πέταξε τελικά.

Στις σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις μου, η υπάλληλος μου είπε για τον σοφό Γέροντα και πόσο κόσμο είχε βοηθήσει, κόσμο γνωστό με όνομα και επίθετο – όχι αοριστολογίες – από τηλεοπτικές περσόνες και πολιτικούς, μέχρι κάτι κοντινές θείες, τρίτα ξαδέρφια και κάνα-δυο μπατζανάκηδες. Α, ναι. Μου ανέφερε κάποια στιγμή και τα 999 σκαλοπάτια…

«Τι έχω να χάσω;» σκέφτηκα κι εγώ. «Στο κάτω-κάτω μια βόλτα στην εξοχή ίσως μου κάνει καλό». Αφού σημείωσα τις αναλυτικές οδηγίες πάνω σε μια χαρτοπετσέτα μπήκα στο αυτοκίνητο και όπως ήμουν, με τα ρούχα της δουλειάς – κοστούμι, γραβάτα, σκαρπίνι – πήρα το δρόμο προς τη λύτρωση.

Να ‘μαι λοιπόν λούτσα στον ιδρώτα, με λυμένη γραβάτα και πόδια έτοιμα να εκραγούν μέσα στα στενά δερμάτινα παπούτσια, μπροστά στον αυλόγυρο του Άη-Λιά. Ένας μεσόκοπος μοναχός είναι ξαπλωμένος στη σκιά ενός βράχου – δέντρο δεν υπάρχει στη γύρω περιοχή ούτε για δείγμα – και παίζει νωχελικά, με μάτια μισόκλειστα, ένα παλιό κομπολόι από κόκκαλο.
«Καλώς το παλικάρι. Πως κι από τα μέρη μας;» με ρωτά δίχως να φαίνεται να τον παραξενεύει η εμφάνισή μου.
«Ψά-ψα-ψάχνω να βρω τον Γέροντα», απαντώ με δυσκολία εγώ, αφού το στόμα μου έχει γίνει παπούτσι από τη δίψα.
«Ο Γέροντας σε βρίσκει, δεν τον βρίσκεις,» απαντά αυτός κρυφογελώντας κάτω από το παχύ μουστάκι του, χαρούμενος που του έδωσα την ευκαιρία για μια πληρωμένη απάντηση - που είμαι σίγουρος ότι δεν σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή.

Εγώ έσκασα απρόθυμα ένα χαμόγελο κι έσπρωξα τη σκουριασμένη σιδερένια πόρτα που άνοιξε απρόθυμα αφήνοντας έναν ανατριχιαστικό σφύριγμα. Τριγύρω υπήρχε μια έντονη εικόνα εγκατάλειψης. Χορταριασμένα παρτέρια και τοίχοι, ξεχαρβαλωμένα παράθυρα, κάποια τζάμια σπασμένα.

Αφού έπρεπε να περιμένω, αποφάσισα τουλάχιστον να το κάνω στη σκιά. Έβγαλα το μεταξωτό μαντηλάκι από τη μπουτονιέρα μου και το άπλωσα πάνω σ’ ένα μισοκατεστραμμένο σκαλοπάτι. Στο διπλανό παρτέρι υπήρχε μια όμορφη τριανταφυλλιά – το μοναδικό λουλούδι της αυλής – η οποία μόλις που κατάφερνε να ξεπροβάλει ανάμεσα στα τεράστια αγριόχορτα.

Η αντανάκλαση του μεσημεριάτικου ήλιου πάνω στις λευκές πέτρες μου έκαιγε τα μάτια. Τα έκλεισα για λίγο – δεν είμαι σίγουρος για πόσο. Πάντως όταν τα άνοιξα, είδα ένα γέρο με μακριά, λευκή γενειάδα και τριμμένο ράσο, να είναι σκυμμένος πάνω από το παρτέρι με την τριανταφυλλιά και να σκαλίζει.
«Αυτός πρέπει να είναι!» σκέφτηκα και προσπάθησα να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου. Ο μοναχός δε μου έδωσε την παραμικρή σημασία. Έτσι, γονάτισα δίπλα του και είπα προσπαθώντας να σπάσω τον πάγο: «Καλησπέρα Γέροντα. Θέλετε να σας βοηθήσω να ξεριζώσετε τα αγριόχορτα;» κι άπλωσα το χέρι ν’ αρπάξω στην τύχη ένα από αυτά. Αυτός τινάχτηκε λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα κι άρπαξε το χέρι μου με τόση δύναμη που πόνεσα.
«Προς Θεού! Μη!» φώναξε. Από τη σαστισμάρα μου έχασα την ισορροπία μου, και καθώς ο μοναχός είχε πια αφήσει το χέρι μου, ξαπλώθηκα φαρδύς-πλατύς στο χώμα – πάει το κοστούμι.
«Χίλια συγνώμη τέκνο μου,» απολογήθηκε ο μοναχός που τώρα είχε σκύψει πάνω από το κεφάλι μου και η άκρη της γενειάδας του μου γαργαλούσε το πηγούνι. «Είσαι καλά;»
«Ναι, μην ανησυχείτε,» είπα, «αλλά, γιατί;»
«Γιατί πήγες να αφαιρέσεις τη ζωή από ένα δημιούργημα του Κυρίου», απάντησε αυτός και κάθισε σταυροπόδι δίπλα μου.
«Μα ήταν απλά ένα παράσιτο!» διαμαρτυρήθηκα την ώρα που ανασηκωνόμουν.
«Παράσιτο; Χα, χα!» κάγχασε ο Γέροντας. «Ας γελάσω. Και ποιος το λέει αυτό; Στον κήπο του Θεού δεν υπάρχουν παράσιτα – τα πάντα εν σοφία εποίησε. Κάθε τι, μικρό ή μεγάλο, έχει τη θέση του σε αυτόν τον κόσμο και το δικό του λόγο ύπαρξης. Ακόμα κι αν εμείς, μέσα στην τεράστια άγνοια μας, δεν μπορούμε να τον αντιληφθούμε, Αυτός τον γνωρίζει κι αυτό αρκεί», είπε δείχνοντας προς τον ουρανό.
«Θεέ μου! Αυτό είναι!» σκέφτηκα. «Κάθε τι – ακόμα κι εγώ – έχει κάποιο λόγο να υπάρχει. Αλλιώς γιατί να μπει ο Θεός στον κόπο να το φτιάξει; Στ’ αλήθεια ο Γέροντας είναι τόσο σοφός όσο λένε. Δίχως να πω κουβέντα κατάλαβε το πρόβλημά μου και χρησιμοποιώντας έναν συμβολισμό, μου έδωσε την απάντηση που τόσο καιρό γύρευα. Όπως κάνουν όλοι οι μεγάλοι Σοφοί!»
Ανακουφισμένος από το βάρος που κουβαλούσα τόσα χρόνια, έσκυψα και φίλησα τα γεμάτα χώματα χέρια του Γέροντα που με κοίταζε κάπως παραξενεμένος.
«Να’ σαι καλά Γέροντα, να ‘σαι καλά», είπα κι έφυγα σχεδόν τρέχοντας μην μπορώντας να περιμένω στιγμή για να ξεκινήσω τη νέα ζωή που διαισθανόμουν ότι ανοιγόταν μπροστά μου.
Έξω από τον αυλόγυρο, κάτω από το βράχο, βρισκόταν ακόμα ο μοναχός με το κομπολόι.
«Που πας; Φεύγεις κιόλας;» με ρώτησε μόλις με είδε.
«Αποστολή εξετελέσθη!» φώναξα θριαμβευτικά και προχώρησα.
«Καλά κι ο Γέροντας;» άκουσα πίσω από την πλάτη μου.
«Εντάξει, με βρήκε!» είπα δίχως να γυρίσω.
«Μα δεν έχει έρθει ακόμα…» ανταπάντησε ο μοναχός.

Έκανα αμέσως μεταβολή και ανοίγοντας τα χέρια με απορία ρώτησα: «Καλά κι αυτός στον κήπο ποιος ήταν;»
«Ο πατέρας Αγάπιος, ο κηπουρός. Τι κηπουρός δηλαδή που τα έχει χάσει πια ο καημένος και δεν αγγίζει τίποτα μη χαλάσει λέει κάτι από το σχέδιο του Θεού. Δεν είδες πως έχει καταντήσει ο κήπος; Ερείπιο…»

10 Απρ 2010

Έρχεσαι σε λίγο…


Μητρότητα (Ακρυλικο σε καμβά, Ανθή Στρατάκη)

Έρχεσαι σε λίγο,
όπου να ‘ναι φτάνεις.
Μεγάλο το ταξίδι σου,
κι όμως δεν έχεις κάνει βήμα.

Από το τίποτα ξεκίνησες
κι αγγίζεις τώρα τη ζωή.
Τόσο τεράστια απόσταση,
μα και μικρή συνάμα.

Αποσκευή καμία δεν κρατάς,
ούτε και δώρα που αγόρασες στο δρόμο.
Δώρο σου το χαμόγελο,
αποσκευή η ψυχή σου.

Δεν ξέρω πως θα σου φανεί,
μόλις η διαδρομή που έκανες τελειώσει.
Ίσως – όπως κάνουν πολλοί –
να κλάψεις γι’ αυτό που χάνεις.

Μα τότε εγώ θα είμαι εκεί,
το χέρι σου για να κρατήσω,
και να σου πω με σιγουριά,
ότι αυτό που τέλειωσε,
δεν ήταν παρά μόνο η αρχή
του ταξιδιού που μόλις ξεκινάμε,
μαζί...

9 Σεπ 2009

Ο μικρός θεός


Πηγή εικόνας

Ο μικρός θεός έκοψε ένα μικρό κομμάτι πλαστελίνης και άρχισε να το πλάθει ανάμεσα στα χέρια του. Πρώτα έφτιαξε μια μεγαλούτσικη μπάλα και την ακούμπησε πάνω στο διάφανο πάτωμα. Μετά έφτιαξε μια μικρότερη και την τοποθέτησε με προσοχή πάνω στην πρώτη. Για να βεβαιωθεί ότι θα κολλήσουν μεταξύ τους, τις ζούληξε ελαφρά με τον αντίχειρα. Κάτω από την πίεση, οι δύο μπάλες πήραν ένα μακρόστενο, ωοειδές σχήμα.

Ο μικρός θεός έκλεισε το ένα μάτι και περιεργάστηκε το δημιούργημά του από όλες τις πλευρές. Κάτι έλειπε. Πήρε λίγη πλαστελίνη και άρχισε να πειραματίζεται. Φυσικά ξεκίνησε φτιάχνοντας ένα μπαλάκι. Ήταν πολύ καλός σε αυτό. Μετά, δοκίμασε να το κολλήσει σε διάφορα σημεία της κατασκευής, αλλά δε φαινόταν να ταιριάζει πουθενά. Εμφανώς απογοητευμένος πέταξε το μπαλάκι στο πάτωμα με δύναμη. Το μπαλάκι πήρε ένα παράξενο πλακουτσωτό σχήμα.

Ο μικρός θεός το είδε και του ήρθε μια ιδέα! Το πήρε και, βάζοντάς του λίγο σάλιο στη μια άκρη, το στερέωσε πάνω στην μπάλα που βρισκόταν στην κορυφή. Τώρα μάλιστα! Κάτι είχε αρχίσει να γίνεται. Αλλά δεν ήξερε πως να συνεχίσει. Έριξε μια ματιά τριγύρω στο δωμάτιο μπας και πάρει καμιά καλή ιδέα.

Η γαλάζια κούνια του στην άκρη του δωματίου, κατασκευασμένη από πουπουλένια σύννεφα βροχής και ουράνια τόξα, ήταν σίγουρα πολύ όμορφη, αλλά δε βοηθούσε. Όπως ούτε και το μεγάλο κρεμαστό παιχνίδι με αληθινούς πλανήτες και αστέρια που κρεμόταν από πάνω της. Έστρεψε την προσοχή στο μπαούλο με τα παλιά του παιχνίδια, αλλά του φάνηκαν πολύ βαρετά και παρωχημένα. Οχτώ βουνά με χιονισμένες κορυφές, πέντε ηφαίστεια (τρία μόνο ενεργά - τα άλλα δύο τα είχε χαλάσει), δυο ωκεανοί, εννιά θάλασσες, έξι παγόβουνα, καμιά δεκαριά ποτάμια κι εφτά λίμνες. Όλα φτιαγμένα από τον μπαμπά του. Όχι, όχι, αν ήθελε να δημιουργήσει κάτι καινούργιο έπρεπε να αναζητήσει αλλού την έμπνευση. Που όμως;

Έπιασε με τα δυο χέρια το δεξί του πόδι και το έφερε κοντά στο κεφάλι ώσπου η απαλή πατούσα του ακούμπησε στο ροδαλό του μάγουλο. Σκύβοντας ελαφρά, κατάφερε να βάλει στο στόμα το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού και άρχισε να το πιπιλά με βουλιμία. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, αλλά η στάση αυτή πάντα τον ηρεμούσε και τον βοηθούσε να σκεφτεί.

Καθώς ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του, έδωσε κατά λάθος μια γερή δαγκωνιά στο δάχτυλό του. Και πόνεσε. Έκανε να κλάψει, αλλά σταμάτησε μονομιάς γιατί του ήρθε μια ιδέα! Και ήξερε ότι αν έκλαιγε, σύντομα θα έρχονταν οι μεγάλοι - και κανείς δεν τους θέλει στα πόδια του όταν έχει μια ιδέα...

Εξέτασε με προσοχή το πονεμένο του δάχτυλο που είχε αρχίσει να κοκκινίζει. Ύστερα κοίταξε ολόκληρη την πατούσα του, καθώς και αυτή του αριστερού του ποδιού. Στηρίχθηκε στα χέρια και έσπρωξε με όλη του τη δύναμη για να σηκωθεί όρθιος. Η πρώτη του προσπάθεια δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη, αφού σχεδόν αμέσως έσκασε με φόρα στο πάτωμα. Ευτυχώς το τροφαντό του πωπουδάκι ήταν τυλιγμένο σε μια μαλακή πάνα από πρωινή πάχνη. Η δεύτερη προσπάθεια όμως είχε αποτέλεσμα. Για να μην διακινδυνεύσει μια νέα πτώση, σηκώθηκε με αργές κινήσεις και, καλού-κακού, κρατήθηκε από ένα δέντρο (που κατά διαβολική σύμπτωση φάνηκε να φύτρωσε στο σημείο αυτό μόλις εκείνη τη στιγμή) στα κλαδιά του οποίου κρεμόταν ένα μοναδικό μήλο.

Μόλις κατάφερε να ισορροπήσει με σιγουριά, σήκωσε το ένα πόδι. Λύγισε το γόνατο, τίναξε τον αστράγαλο και κλώτσησε δυνατά στον αέρα. Για να βεβαιωθεί, έκανε ακριβώς τα ίδια και με το άλλο πόδι. Μετά, έκανε μερικά βηματάκια επί τόπου, μην τολμώντας να εγκαταλείψει την ασφάλεια του δέντρου. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε και τελικά το αποφάσισε. Άνοιξε τα δάχτυλα του χεριού που έσφιγγαν το χρυσό κορμό, έσφιξε τα δόντια και τους μυς των ποδιών και πήδηξε ψηλά – τόσο ψηλά που σχεδόν άγγιξε τον ουράνιο θόλο που σκέπαζε το δωμάτιο. Και φυσικά μετά, άρχισε να πέφτει. Αλλά, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, όχι με ταχύτητα. Αιωρούταν με χάρη στον αέρα, σαν ένα ροδαλό φουσκωμένο μπαλόνι.

Ο μικρός θεός δίπλωσε τα πόδια του στη στάση του λωτού και λικνίστηκε πέρα δώθε απολαμβάνοντας κάθε στιγμή της καθόδου του. Λίγο πριν ακουμπήσει στο πάτωμα σταμάτησε και έμεινε εκεί. Ένα χαμόγελο ευτυχίας σχηματίστηκε στα χείλη του. Τώρα ήξερε! Με ένα νεύμα, δυο μικρά κομμάτια πλαστελίνης ξεπρόβαλαν από το κουβαδάκι του και πέταξαν κοντά του. Αυτός, πήρε ένα σε κάθε χέρι και, τρίβοντάς τα ανάμεσα στα δάχτυλα, τους έδωσε ένα λεπτό επίμηκες σχήμα. Αφού σιγουρεύτηκε ότι είχαν το ίδιο μήκος, τα τοποθέτησε στη βάση της κατασκευής του. Α, τώρα μάλιστα! Ήταν πραγματικά πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του! Όλα ήταν στη θέση τους.

Πήρε το κουτί με τις μπογιές και βάλθηκε να χρωματίζει το δημιούργημά του. Στην αρχή, το έβαψε ολόκληρο κίτρινο. Του άρεσε πολύ αυτό το χρώμα. Μια φορά, ο μπαμπάς του είχε φτιάξει έναν πανέμορφο κίτρινο ήλιο. Όταν όμως ο μικρός θεός πήγε να τον αγγίξει, έκαψε τα χέρια του, και η μαμά του, έβαλε τις φωνές στον μπαμπά και του είπε ότι είναι ανεύθυνος και άλλα πολλά ακόμα κι έτσι ο μπαμπάς του αναγκάστηκε να τον πετάξει κάπου πολύ μακριά – ποιος ξέρει που – για να μην τον ξαναπιάσει κατά λάθος στα χέρια του ο μικρός θεός.

Ο μικρός θεός κοίταξε ξανά το κατασκεύασμά του. Δυστυχώς, έτσι όπως ήταν όλα κίτρινα, τα μικρότερα κομμάτια δεν ξεχώριζαν καθόλου. Κάτι έπρεπε να κάνει για να τα τονίσει. Στο κάτω-κάτω, αυτά ήταν τα πιο δύσκολα και τα πιο σημαντικά. Τι χρώμα να διάλεγε όμως; Μετά το κίτρινο, όλα τα άλλα χρώματα τα αγαπούσε το ίδιο. Μια λύση υπήρχε. Έκλεισε τα μάτια και βούτηξε το πινέλο του στην τύχη. Μόλις τα άνοιξε, είδε ότι είχε βαφτεί κόκκινο. «Καθόλου άσχημα», σκέφτηκε.

Επειδή είχε αρχίσει να ψιλοβαριέται, πέρασε βιαστικά ένα χέρι κόκκινο χρώμα το πλακουτσωτό κομμάτι στην κορυφή και τα δυο μακρόστενα στη βάση. Καθώς αυτά ήταν όμως ήδη κίτρινα, πήραν τελικά μια σκούρα πορτοκαλί απόχρωση.

Ο μικρός θεός παραξενεύτηκε από το αποτέλεσμα, αλλά δεν ενοχλήθηκε καθόλου. Ίσα, ίσα. Ήταν ευχαριστημένος που επιτέλους είχε τελειώσει, αλλά και πολύ περήφανος για το δημιούργημά του. Ήταν τόσο διαφορετικό – καμία σχέση με αυτά που έφτιαχνε ο μπαμπάς του. Έπρεπε να πάει να του το δείξει αμέσως!

Έκανε να το πιάσει, μα η μπογιά ήταν ακόμη νωπή και τα χέρια του βάφτηκαν κίτρινα. Α, όχι δεν υπήρχε περίπτωση να περιμένει μέχρι να στεγνώσει! Έσκυψε με ανυπομονησία πάνω από την πλαστελίνη και άρχισε να φυσά με όλη του τη δύναμη.

Και τότε έγινε κάτι αναπάντεχο! Τα χρώματα μετατράπηκαν σε πούπουλα και δέρμα, η πλαστελίνη έγινε σάρκα και οστά. Το δημιούργημα αναπήδησε στον αέρα καθώς η Ζωή τρύπωσε μέσα του.

Ο μικρός θεός τρόμαξε και τινάχτηκε ενστικτωδώς πίσω, πέφτοντας ανάσκελα στο πάτωμα. Καθώς όμως η περιέργεια του ήταν μεγαλύτερη από την τρομάρα του, πλησίασε μπουσουλώντας το παράξενο πλάσμα. Άπλωσε το χέρι διερευνητικά. Το απαλό φτέρωμα τού γαργάλισε τα ακροδάκτυλα. Παίρνοντας θάρρος, χάιδεψε τρυφερά την κοιλιά του πλάσματος. «Κουάκ, κουάκ!» αποκρίθηκε αυτό.

Ο μικρός θεός ενθουσιάστηκε! Αυτό ήταν πέρα από κάθε προσδοκία! Έπρεπε να εξερευνήσει όλες τις δυνατότητες του δημιουργήματός του. Το έσπρωξε ελαφρά κι αυτό άρχισε να προχωρά με αδέξια βήματα, μπαλαντζάρωντας δεξιά-αριστερά, μέχρι που κουτούλησε σε ένα χιονισμένο βουνό που ήταν παρατημένο λίγο παραπέρα. Ο μικρός θεός χτύπησε με τη βάση της παλάμης το μέτωπό του, αντιλαμβανόμενος το λάθος του. Βούτηξε αμέσως το πινέλο του στη λευκή μπογιά και ζωγράφισε πάνω στο κεφάλι του πλάσματος δυο μεγάλα ολοστρόγγυλα μάτια. Το πλάσμα, τα ανοιγόκλεισε μερικές φορές ώσπου να συνηθίσει το φως. «Κουάκ, κουάκ!» έκραξε κοιτάζοντας με ευγνωμοσύνη το δημιουργό του. «Κουάκ, κουάκ!» αποκρίθηκε αυτός προσπαθώντας να επικοινωνήσει μαζί του.

Ο μικρός θεός αποφάσισε να συνεχίσει τα πειράματά του. Έπιασε το πλάσμα ανάμεσα στις παλάμες του, το πέταξε ψηλά και μετά απογειώθηκε κι αυτός πετώντας δίπλα του. Όταν όμως το πλάσμα έφτασε στο ψηλότερο σημείο της τροχιάς του, άρχισε να πέφτει με μεγάλη ταχύτητα. Ο μικρός θεός (που δεν περίμενε ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο) ευτυχώς αντέδρασε εγκαίρως και, διαγράφοντας έναν αόρατο κύκλο στον αέρα με το δάχτυλο, πρόλαβε να γλυτώσει το πλάσμα λίγο πριν συντριβεί στο πάτωμα. Δίχως καθυστέρηση, πέταξε κοντά του, πήρε δυο κομμάτια πλαστελίνη, τα έπλασε, τα έβαψε κίτρινα και τα στερέωσε στα πλευρά του. Κι αυτά έγιναν φτερά! Το πλάσμα τα ανεβοκατέβασε μερικές φορές, ώσπου κατάφερε να σηκωθεί λίγα μόλις εκατοστά πάνω από το πάτωμα. «Κουάκ, κουάκ!» έκραξε εγκρίνοντας το νέο του απόκτημα. «Κουάκ, κουάκ!» έκανε και ο μικρός θεός και του χάιδεψε με στοργή το κεφάλι.

Ο μικρός θεός δεν κρατιόταν άλλο. Έπρεπε οπωσδήποτε να δείξει το κατόρθωμά του στον μπαμπά του – τον μεγάλο θεό. Έκλεισε τα μάτια και συγκεντρώθηκε. Ακούστηκε ένα δυνατό μπουμπουνητό κι ένα γκρίζο σύννεφο καπνού σχηματίστηκε από το πουθενά. Σιγά-σιγά το σύννεφο άρχισε να παίρνει τη μορφή ενός ηλικιωμένου – αλλά ιδιαιτέρα γεροδεμένου άντρα – με μακριά λευκά μαλλιά με πλούσιες μπούκλες και παχιά γενειάδα.

«Με κάλεσες;» είπε ο μεγάλος θεός με φωνή τόσο βροντερή που το δωμάτιο ολόκληρο σείστηκε πέρα-δώθε.
Αντί για απάντηση, ο μικρός θεός, πήρε το κίτρινο πλάσμα στα χέρια του και απλώνοντας τα, του το έδειξε με υπερηφάνεια.
«Τι είναι πάλι τούτο;» ρώτησε ο μεγάλος θεός με απορία και έκανε να το πιάσει. Μα τα χέρια του ήταν ροζιασμένα και σκληρά, πράγμα φυσικό, αφού ολόκληρη τη ζωή του, έφτιαχνε μόνο χοντροκομμένα, σκληροτράχηλα, πράγματα - πλανήτες, βουνά, θάλασσες και άλλα τέτοια. Έτσι, δίχως να το θέλει, έσφιξε το πλάσμα λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε. «Κουαααααααααααακ!» έβγαλε αυτό μια απελπισμένη κραυγή λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή.
«Ωχ!» έκανε ο μεγάλος θεός που κατάλαβε τη γκάφα του.

Ο μικρός θεός έμεινε για μια στιγμή ασάλευτος και βουβός μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί. Προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του, αλλά μετά αποφάσισε ότι δεν είχε κανέναν ιδιαίτερο λόγο για να κάνει κάτι τέτοιο. Άνοιξε το στόμα του διάπλατα και άρχισε να τσιρίζει με όλη του τη δύναμη. Τα μάτια του πλημμύρισαν με δάκρυα. Τόσα πολλά που το δωμάτιο γέμισε ως τη μέση!

Ένα κοκκινωπό σύννεφο σχηματίστηκε στο δωμάτιο. Μόλις ο μεγάλος θεός το είδε κράτησε το κεφάλι του με απόγνωση.
Η μεγάλη θεά αιωρήθηκε πάνω από τη στάθμη του νερού προσέχοντας να μην βραχεί το μακρύ, αιθέριο, φόρεμά της.
«Τι έκανες πάλι βρε μπουνταλά στο παιδί και κλαίει;» ρώτησε αυστηρά τον μεγάλο θεό, ενώ μικροσκοπικοί κεραυνοί πετάγονταν από τα μάτια της.
«Ε-ε-εγώ,...» ψέλλισε αυτός προσπαθώντας απεγνωσμένα να βρει μια καλή δικαιολογία.
«Δε με νοιάζει!» το έκοψε η μεγάλη θεά. «Κάνε κάτι να σταματήσει. ΤΩΡΑ!»

Ο μεγάλος θεός, χαμήλωσε το κεφάλι και ψαχούλεψε αμήχανα την τσέπη του μανδύα του. Από μέσα της έβγαλε ένα άμορφο κομμάτι πηλού – πάντα είχε λίγο μαζί του, ήταν βλέπετε το χόμπι του – και άρχισε να τον πλάθει όπως-όπως, προσπαθώντας να ξαναφτιάξει το πλάσμα του μικρού θεού. Επειδή όμως, δεν ήταν και πολύ καλός στις λεπτοδουλειές, δεν του βγήκε ακριβώς το ίδιο. Το σώμα ήταν πιο μακρόστενο, τα φτερά έμοιαζαν πολύ με τα πόδια και δεν είχε κι εκείνο το πλακουτσωτό πράγμα στο πρόσωπο (γιατί βασικά δε μπορούσε να καταλάβει πως στο καλό να το φτιάξει). Μόλις το τελείωσε, το ακούμπησε στην παλάμη του και το έδειξε στο μικρό θεό.
«Λοιπόν, πως σου φαίνεται;» ρώτησε με αγωνία, ρίχνοντας κλεφτές ματιές προς το μέρος της γυναίκας του.

Ο μικρός θεός σταμάτησε το κλάμα και πήρε την πήλινη κούκλα στα χέρια του. Όχι, όχι, αυτό το κατασκεύασμα σίγουρα δεν έμοιαζε καθόλου με το δικό του. Στρογγυλό κεφάλι, δυο χέρια, δυο πόδια... Θα ‘πρεπε τώρα να τα ξανασκεφτεί όλα από την αρχή...

25 Αυγ 2009

Έρωτας κεραυνοβόλος


Πηγή εικόνας

Η φωτιά διέσχισε ξυπόλυτη το δάσος τρέχοντας λες και κάποιος την κυνηγούσε. Όχι γιατί βιαζόταν. Απλώς βαριόταν αφόρητα. Μια ακαταμάχητη δύναμη μέσα της την έσπρωχνε να εξαπλωθεί ολοένα και πιο μακριά. Ήθελε να δει νέα πράγματα, να ζήσει καινούργιες εμπειρίες.

Περνώντας από δέντρο σε δέντρο συνέχισε την ξέφρενη πορεία της, μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε ένα ξέφωτο. Τα δέντρα απέναντί της ήταν πολύ μακριά για να τα φτάσει με μια δρασκελιά και το χορτάρι που την χώριζε από αυτά ήταν ακόμα μουσκεμένο από την πρωινή πάχνη. Έκανε να στρίψει προς την ανατολή, μα βράχια ψηλά κι απότομα ορθώνονταν σαν αδιαπέραστο τοίχος. Πίσω δε μπορούσε να γυρίσει αφού είχε ήδη καταβροχθίσει αχόρταγα οτιδήποτε είχε βρεθεί στο διάβα της. Μοναδική διέξοδος ήταν προς τη δύση, μέσα από τα πυκνά βάτα.

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι οι ταπεινοί θάμνοι δεν άρμοζαν σε μια φωτιά της τάξης της, αλλά έτσι όπως τα είχε καταφέρει δεν της είχαν μείνει κι άλλες επιλογές. Έκλεισε τη μύτη της επιδεικτικά για να μην εισπνέει την αποκρουστική μυρωδιά κι άρχισε να περπατά πάνω στις μύτες των ροδαλών ποδιών της, προσπαθώντας (χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία) να αποφεύγει τα σουβλερά αγκάθια. Σε κάθε της βήμα, δεκάδες μικροσκοπικές βελόνες βυθίζονταν στις μαλακές πατούσες της αφήνοντας πάνω τους μικρά κόκκινα σημαδάκια.

Καλομαθημένη καθώς ήταν, δεν άντεξε για πολύ το μαρτύριο αυτό. Με το που βρήκε λίγα ξερά στάχια κατέβηκε από τα βάτα κι άρχισε να σέρνεται πάνω τους σαν ένα πελώριο κόκκινο φίδι. Η απόσταση που τη χώριζε πια από το χώμα δεν ήταν παρά λίγα εκατοστά.

Το χώμα το μισούσε και το φοβόταν συνάμα. Ήξερε πολύ καλά πως η παραμικρή επαφή μαζί του θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Μαζεύτηκε λοιπόν όσο περισσότερο γινόταν και προσπάθησε να κρατηθεί στις κορφές από τα ξανθά κλωναράκια. Καθώς περνούσε από μίσχο σε μίσχο, έκανε ν’ ανθίσει πάνω του ένα πορφυρόχρυσο λουλουδάκι που γρήγορα χανόταν κι άφηνε στη θέση του μόνο λίγη γκρίζα σκόνη.

Η όρεξη της φωτιάς όμως ήταν μεγάλη και τα στάχια λιγοστά. Το στομάχι της άρχισε να γουργουρίζει. Αχ, πόσο πολύ λαχταρούσε ένα νόστιμο δεντράκι. Κατά προτίμηση κάποιο γέρικο, χωρίς πολλούς χυμούς, που θα παραδινόταν δίχως ιδιαίτερη αντίσταση στο άγγιγμά της. Μα από εκεί χαμηλά που βρισκόταν δε μπορούσε να δει και πολλά πράγματα. Συνέχισε λοιπόν το δρόμο της, παραστρατίζοντας ελαφρά πότε από τη μια και πότε από την άλλη με την ελπίδα ότι όλο και κάτι θα έβρισκε τελικά.

Ο χειμωνιάτικος ήλιος χασμουρήθηκε βαριεστημένα και – αν και ήταν σχετικά νωρίς ακόμα – πήρε σιγά-σιγά το δρόμο της επιστροφής. Αυτές τι κρύες μέρες δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στη γλυκιά θαλπωρή του σπιτιού του. Αχ πως περίμενε τη στιγμή που θα φορούσε τις μαλακές του παντόφλες και θ’ άραζε μπροστά στο αναμμένο τζάκι χαζεύοντας από το φεγγίτη τα αστέρια να ταξιδεύουν στον ουρανό συντροφιά με την πολυαγαπημένη του Σελήνη.

Η φωτιά είδε τον ήλιο να βυθίζεται στον μακρινό ορίζοντα και σκέφτηκε πως θα έπρεπε να βιαστεί, αλλιώς κινδύνευε να περάσει τη νύχτα πάνω στο χώμα. Και κάτι τέτοιο σίγουρα δεν ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να της συμβεί.

«Τι τα ’θελα μωρέ αυτά τα μακρινά ταξίδια;» αναλογίστηκε και τα έβαλε με τον εαυτό της. «Καλά δεν ήμουν εκεί πίσω στο δάσος μου; Μεγάλη, δυνατή, περήφανη. Και τώρα κοίτα τα χάλια μου...» είπε κοιτώντας με παράπονο τις μικροσκοπικές φλογίτσες της που μόλις διακρίνονταν στο αχνό φως του δειλινού. Δυο-τρία πύρινα δάκρια έσταξαν στο χώμα και χάθηκαν μονομιάς αφήνοντας πίσω τους ένα πνιχτό σφύριγμα.

Οι ελπίδες της φωτιάς άρχισαν να σβήνουν. Μαζί τους κι αυτή. Σκέφτηκε να τα παρατήσει και ν’ αφεθεί στη μοίρα της. Μα κάτι μέσα της δεν την άφηνε. «Όχι, δε μπορεί. Δεν πρέπει να τελειώσω έτσι,» μονολόγησε. Μάζεψε τις τελευταίες της δυνάμεις, έσφιξε τα δόντια κι ανασηκώθηκε στον αέρα όσο πιο ψηλά μπορούσε, με κίνδυνο να μην μπορέσει να επιστρέψει ξανά πίσω στα στάχυα που την κρατούσαν στη ζωή.

Και τότε το είδε! Ένα τεράστιο πεύκο. Τα κλαδιά του απλώνονταν σα μια τεράστια πράσινη ομπρέλα πάνω από ένα ποτάμι. Λαχταριστό ρετσίνι χρύσιζε πάνω στον πανύψηλο κορμό του. Δίχως δεύτερη σκέψη, η φωτιά χίμηξε καταπάνω του σαν πεινασμένο αγρίμι και το έσφιξε βίαια στην αγκαλιά της. Το δέντρο λαμπάδιασε μονομιάς καθώς το σώμα του ενώθηκε με το δικό της.

Μόλις η φωτιά χόρτασε την πείνα της, ένιωσε ένα κύμα ευφορίας να την πλημυρίζει. Ξέχασε μονομιάς το πάθημά της και νάσου άρχισε να ονειρεύεται πάλι μακρινά ταξίδια και καινούργιες περιπέτειες. Δίχως να το πολυσκεφτεί, σκαρφάλωσε στο πιο ψηλό κλαδί του πεύκου για να χαράξει την νέα της πορεία.

Στην απέναντι όχθη του ποταμού διέκρινε μια τροφαντή συστάδα δέντρων κι ένιωσε την πείνα της να ξαναφουντώνει! Μα πως θα έφτανε ως εκεί; Έριξε μια ματιά προς τα κάτω κι είδε ένα μεγάλο κλαδί που κρεμόταν σα γέφυρα πάνω από το ποτάμι. Μάζεψε τις φλόγες της και κατευθύνθηκε προς το μέρος του.

Ισορρόπησε σαν ακροβάτης του τσίρκου πάνω στο κλαδί και με μικρά προσεκτικά βηματάκια άρχισε να το περνά με χάρη. Ψηλά, πάνω από το κεφάλι της, είχαν ήδη αρχίσει να καταφθάνουν τα πρώτα αστέρια. Η φωτιά κοντοστάθηκε λίγο για να τα χαζέψει. Της άρεσαν τόσο πολύ τα αστέρια! Εκεί, ανάμεσά τους, είδε και τη Σελήνη να δίνει ένα πεταχτό φιλάκι στον Ήλιο καθώς έπαιρνε τη θέση του στον ουρανό. Και τότε, ένιωσε ένα τσιμπηματάκι στην καρδιά! Για πρώτη φορά στη ζωή της, συνειδητοποίησε πως ήταν μόνη. Πάντα ήταν μόνη. «Τι να την κάνεις τη φλόγα, αν δεν έχεις κάποιον για να ζεστάνεις; Τι να το κάνεις τόσο φως, αν δε μπορείς να φωτίσεις κάποιον που αγαπάς;» μονολόγησε με παράπονο.

«Εμένα πάντως με φωτίζεις μια χαρά,» της απάντησε μια κελαριστή φωνή από κάτω της. Η φωτιά σάστισε τόσο πολύ από την απρόσμενη απάντηση, που παρά λίγο να πέσει από το δέντρο. Την τελευταία στιγμή όμως άρπαξε γερά το κλαρί κι αυτό φούντωσε ακόμα περισσότερο.
«Μα, ποιος μίλησε;» ρώτησε γεμάτη περιέργεια.
«Εδώ, εδώ κάτω, ο ποταμός είμαι» ακούστηκε πάλι η φωνή από χαμηλά κι η επιφάνεια του νερού σκίστηκε στα δυο, σχηματίζοντας ένα πλατύ χαμόγελο.

Η φωτιά έσκυψε λίγο για να δει καλύτερα κι αντίκρισε τη λάμψη της να καθρεφτίζεται πάνω στο νερό. Αμέτρητα αστέρια τρεμόσβηναν ανάμεσα στα ανθισμένα νούφαρα και τα λευκά βοτσαλάκια. Η εικόνα αυτή τη μάγεψε!

«Αυτό είναι υπέροχο!» αναφώνησε με θαυμασμό.
«Ευχαριστώ! Και συ δεν πας πίσω…» την πείραξε ο ποταμός.

Το βραδινό αεράκι φύσηξε παιχνιδιάρικα κι ανασήκωσε ελαφρά το πορφυρό φουστάνι της φωτιάς, κάνοντάς την να κοκκινίσει ακόμα πιο πολύ. Με κάποια δόση αμηχανίας πήρε λίγη στάχτη από το κλαδί και την άπλωσε πάνω στα μαγουλά της για να κρύψει το κοκκίνισμά τους.

«Είσαι ότι πιο όμορφο έχω δει ποτέ!» άρχισε να τη φλερτάρει ο ποταμός που είχε τώρα σταματήσει για λίγο να κυλά. Η φωτιά ήξερε ότι της έλεγε αλήθεια, αφού μπορούσε να δει μια χαρά πώς φαινόταν μέσα από τα μάτια του.
«Πρώτη φορά μου λέει κάποιος τρυφερά λόγια,» είπε η φωτιά συνεσταλμένα. «Συνήθως με φοβούνται ή με μισούν γιατί καταστρέφω ότι βρω στο πέρασμά μου. Μα δε φταίω εγώ γι’ αυτό. Έτσι είναι η φύση μου. Δε μπορώ να κάνω αλλιώς.»
«Μη στεναχωριέσαι, σε καταλαβαίνω,» της είπε με συμπόνια ο ποταμός. «Παρόλο που όλα τα πλάσματα έρχονται σ’ εμένα για να σβήσουν τη δίψα τους, όταν φουσκώνω απ’ τη βροχή και γίνομαι ορμητικός με καταριούνται και με πολεμούν ξεχνώντας ότι κάποτε τα είχα ευεργετήσει. Μα εγώ δεν τα κακίζω.»

«Πόσο θα ‘θελα να σ’ αγγίξω, μα φοβάμαι,» είπε διστακτικά η φωτιά.
Ο ποταμός αντί να πει κάτι σήκωσε ψηλά ένα κυματάκι που έφτασε σχεδόν ίσαμε το κλαδί. Η φωτιά άπλωσε διστακτικά μια φλογίτσα της κι ακούμπησε το δροσερό νερό. Αμέσως, ακούστηκε ένα αδύναμο «φσστ» κι ένα μικρό συννεφάκι ατμού σχηματίστηκε στον αέρα. Η φωτιά τραβήχτηκε πίσω τρομαγμένη. «Ωχ! Συγγνώμη, σε πόνεσα;» απολογήθηκε.
«Όχι, όχι, μη φοβάσαι» απάντησε γελώντας ο ποταμός. «Δε μου έκανες κάποιο κακό. Απλά η φλόγα σου ενώθηκε με το νερό μου και μαζί έγιναν ατμός, σύννεφο δηλαδή.»
«Μα αυτό είναι μαγικό! Πρώτη φορά δημιουργώ κάτι στη ζωή μου. Συνήθως μόνο καταστρέφω. Τι υπέροχο συναίσθημα!»

Ξάφνου ο ποταμός άρχισε ν’ αναριγεί.
«Τι σου συμβαίνει; Είσαι καλά;» τον ρώτησε ανήσυχη η φωτιά.
«Ναι, μια χαρά! Απλά το ρεύμα μου άρχισε και πάλι να με σπρώχνει. Δε θα μπορέσω να κρατηθώ για πολύ ακόμα, αν και θα’ θελα τόσο πολύ να μείνω μαζί σου.»
«Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ αν μείνω κι άλλο εδώ κινδυνεύω να σβήσω,» συμφώνησε η φωτιά.
«Τι κρίμα,» είπε λυπημένος ο ποταμός. «Ακόμα δε βρεθήκαμε και πρέπει να χωρίσουμε γνωρίζοντας ότι δε θα μπορέσουμε να βρεθούμε ποτέ ξανά. Όμως φοβάμαι πως δε μπορώ πια να ζω χωρίς εσένα. Ή κι αν μπορώ, δεν θέ….» Ο ποταμός δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει την τελευταία του πρόταση κι άρχισε να κυλά με μεγάλη ταχύτητα.

Η φωτιά πανικοβλήθηκε μόλις είδε τον ποταμό να χάνεται έτσι ξαφνικά μπροστά από τα μάτια της, και, δίχως να το πολυσκεφτεί, άφησε το κλαδί που τη βαστούσε στη ζωή και βούτηξε στο παγωμένο νερό.

Τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του πάθους τους, που μόλις ενώθηκαν, η φωτιά έσβησε κι ο ποταμός ολάκερος άδειασε μονομιάς. Στη θέση τους απέμεινε μόνο ένα αφράτο λευκό σύννεφο που άρχισε ν’ ανεβαίνει προς τον ουρανό σαν ένα τεράστιο πουπουλένιο μαξιλάρι.

Το σύννεφο ανέβηκε ψηλά, πολύ ψηλά. Εκεί συνάντησε κι άλλα σύννεφα - ποιος ξέρει ποιοι έρωτες τα είχαν φτιάσει. Μόλις γνωριστήκανε μεταξύ τους και ξεθάρρεψε λίγο, το σύννεφο τους διηγήθηκε την ιστορία του. Αυτά τότε θυμηθήκαν τις δικές τους ιστορίες, συγκινήθηκαν κι άρχισαν να κλαίνε. Ένα μετά το άλλο τα δάκρυά τους έπεφταν σα βροχή.

Η βροχή πότισε την ξεραμένη γη σχηματίζοντας μικρά ρυάκια, λεπτές φλέβες νερού που μπλέκονταν η μια με την άλλη δημιουργώντας μεγαλύτερες φλέβες που τελικά κατέληγαν στην αδειανή κοίτη του ποταμού.

Όταν κόπασε η βροχή, ο ποταμός είχε ξαναγεμίσει. Φρέσκος και ξανανιωμένος άρχισε να κυλάει φουριόζος στα παλιά του λημέρια γνέφοντας χαρούμενα στα σύννεφα που στριμώχνονταν από πάνω του για να τον καμαρώσουν.

Καθώς όμως κοίταζε εκεί ψηλά, πήρε το μάτι του το σύννεφο της φωτιάς να τον κοιτάζει με ένα γλυκό μα συνάμα και παραπονεμένο βλέμμα. Και, παρόλο που τώρα πια ήταν ένας νέος ποταμός, δίχως θύμισες από την προηγουμένη ζωή του, ένιωσε έναν πόνο δυνατό λες και κάποιος του τρυπούσε την καρδιά που έκανε το γλυκό του χαμόγελο να σβήσει μονομιάς από το πρόσωπό του.

Τα υπόλοιπα σύννεφα κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί. Αμέσως, βάλανε λοιπόν στη μέση το σύννεφο της φωτιάς κι άρχισαν να το αγκαλιάζουν όλα μαζί σφιχτά – πολύ σφιχτά. Το καημένο το σύννεφο κατατρόμαξε, γιατί δε μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν. Προσπάθησε να ξεφύγει αλλά ήταν περικυκλωμένο.

Όσο πιο πολύ το πίεζαν τα άλλα σύννεφα, τόσο πιο πολύ μίκραινε αυτό. Μέχρι που πίστεψε πως είχε φτάσει το τέλος. Μα έκανε λάθος, γιατί αυτό δεν ήταν παρά μόνο μια καινούργια αρχή. Γιατί όταν το σύννεφο απέμεινε τοσοδά μικρό, όχι πιο μεγάλο από ένα γινωμένο καρύδι, έγινε κάτι μαγικό! Μια εκτυφλωτική λάμψη άστραψε στον ουρανό λες κι ο Θεός προσπαθούσε να βγάλει φωτογραφία ολόκληρη τη γη. Ένας δυνατός κρότος έσκισε τον αέρα σα μια τεράστια στρακαστρούκα! Το σύννεφο είχε γίνει κεραυνός! Ένα μακρύ πύρινο φίδι που διέσχιζε ξέφρενα το νυχτερινό τοπίο. Και, λίγο πριν πέσει στο χώμα και χαθεί για πάντα, πρόφτασε να απλώσει μια φλόγα και να πιαστεί από ένα μισοκαμένο πεύκο, δίπλα στην κοίτη του ποταμού.

«Αυτό είναι ότι πιο όμορφο έχω δει ποτέ!», είπε μια κελαριστή φωνή την ώρα που η νεογέννητη φωτιά άπλωνε το κορμί της πάνω στο δέντρο για να ξεπιαστεί από το μακρύ ταξίδι. Η φωτιά σάστισε λιγάκι κι έσκυψε προς τα κάτω για να δει ποιος της μιλούσε. Τότε, αντίκρισε τη λάμψη της που καθρεφτιζόταν μέσα στο νερό. Και είδε αμέτρητα αστέρια να τρεμοσβήνουν ανάμεσα στα ανθισμένα νούφαρα και τα λευκά βοτσαλάκια. Και η εικόνα αυτή τη μάγεψε!

4 Ιουν 2009

Το υπόγειο που ονειρευόταν


Πηγή εικόνας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό υπόγειο. Μόνο που το υπόγειο αυτό δεν ήταν σαν τα άλλα. Το υπόγειο αυτό ονειρευόταν. Μα, θα μου πείτε τώρα, τι μπορεί να ονειρεύεται ένα υπόγειο; Ε, λοιπόν, πολλά και διάφορα. Αλλά για να καταλάβετε καλύτερα τα όνειρά του, θα πρέπει μάλλον να σας πω πρώτα δυο-τρία πραγματάκια γι’ αυτό.

Το υπόγειο της ιστορίας μας ήταν ένα μικρό – όχι πάνω από είκοσι τετραγωνικά – δωματιάκι, στη βάση μιας παλιάς, πενταόροφης πολυκατοικίας στην πιο κακόφημη συνοικία της πόλης. Για να είμαι ακριβής, ήταν ένα ημι-υπόγειο, ή τουλάχιστον έτσι το διαφήμιζαν οι ιδιοκτήτες του στις μικρές αγγελίες, αφού ψηλά, εκεί όπου ένας από τους τέσσερις γκρίζους τοίχους του συναντούσε το ταβάνι, υπήρχε ένα μακρόστενο παραθυράκι με κοντούλικα σκουριασμένα κάγκελα. Στην είσοδό του, μια ηλικιωμένη πόρτα κρατιόταν με το ζόρι στους ξεχαρβαλωμένους μεντεσέδες της, και, σαν ιδιότροπη γεροντοκόρη, φρόντιζε να κρατά καλά τις αποστάσεις της από το βρώμικο τσιμεντένιο πάτωμα, αφήνοντας ένα κενό τουλάχιστον δέκα εκατοστών. Εδώ ίσως πρέπει να αναφέρω ότι το πάτωμα δεν είχε πάντοτε αυτά τα χάλια. Στα νιάτα του ήταν καλυμμένο από πολύχρωμα πλαστικά πλακάκια, μα τώρα είχαν ξεκολλήσει τόσα πολλά που έμοιαζε με παράξενη σκακιέρα σχεδιασμένη από κάποιον μοντέρνο καλλιτέχνη. Σε μια γωνιά, απέναντι από την πόρτα, ήταν στριμωγμένο το μπάνιο. Ένα τετράγωνο κουτί από γυψοσανίδα, όχι πολύ μεγαλύτερο από μια δίφυλλη ντουλάπα. Εκεί βρισκόταν και η μοναδική – για όλες τις χρήσεις – βρύση του δωματίου, αφού κουζίνα δεν υπήρχε. Ο νεροχύτης, ο οποίος είχε προ πολλού εγκαταλείψει άνανδρα το πόστο του, είχε αντικατασταθεί από έναν στραβοκομμένο γκαζοτενεκέ που κρεμόταν πάνω από την πάλαι ποτέ λευκή και νυν κιτρινισμένη γυμνή λεκάνη της τουαλέτας.

Άθλιο, θλιβερό, χάλια, απαίσιο… Αυτές είναι μόνο λίγες από τις λέξεις που αναφωνούσαν μόλις το έβλεπαν οι υποψήφιοι ενοικιαστές. Πολύ το πλήγωναν το μικρό υπόγειο όλες αυτές οι άσχημες κουβέντες. Πιο πολύ κι από το σαράκι που του κατέτρωγε μέρα με τη μέρα τα σωθικά κι από τα βρωμερά ποντίκια που τρυπούσαν κάθε τόσο τα ντουβάρια του για να φτιάξουν τις φωλιές του.

Κι επειδή ήταν έτσι όπως ήταν, τον πιο πολύ καιρό τον περνούσε ολομόναχο. Σπάνια βρισκόταν κάποιος που θα έμενε, έστω και για κάνα-δυο μήνες, μέσα του για να του κάνει λίγη παρέα. Στην πρώτη ευκαιρία, ή μόλις έφτιαχνε έστω και λίγο ο καιρός, όλοι έφευγαν. Έτσι, το υπόγειο είχε πολύ ησυχία – που εδώ που τα λέμε δεν του άρεσε καθόλου – και όλο τον απαραίτητο χρόνο στη διάθεσή του για να ονειρεύεται. Και δε χρειαζόταν καν να κλείσει τα μάτια του. Ήταν τόσο σκοτεινό και ανήλιαγο που συνήθως δε μπορούσε να δει ούτε τη μύτη του. Μόνο λίγες φορές, σπάνια – πολύ σπάνια, ξεθάρρευε κάποια περίεργη ηλιαχτίδα κι έμπαινε στο εσωτερικό του. Τότε, μόλις το υπόγειο φωτιζόταν, έβλεπε τα χάλια του και μελαγχολούσε για μέρες. Μελαγχολούσε τόσο πολύ που ξεχνούσε ακόμα και να ονειρευτεί.

Τα πρώτα χρόνια, του άρεσε να ονειρεύεται ότι ήταν ρετιρέ. Ένα μεγάλο διαμπερές ρετιρέ στον εικοστό πρώτο όροφο μιας πανάκριβης πολυκατοικίας, στα δυτικά προάστια. Μέσα του έμενε κάποιος πολύ διάσημος ζωγράφος και είχε γεμίσει τους τοίχους του με υπέροχους πίνακες, ή μια ντίβα του κινηματογράφου που το είχε στολίσει με καλλιτεχνικές φωτογραφίες της και χρυσά βραβεία, ή , καμιά φορά, και οι δυο μαζί γιατί είχαν στο μεταξύ γνωριστεί και είχαν γίνει ζευγάρι.

Μετά από μερικά χρόνια όμως, το μικρό υπόγειο βαρέθηκε αυτό το όνειρο κι έψαξε να βρει άλλα. Άρχισε λοιπόν να παρακολουθεί μέσα από τα κάγκελα του παραθύρου τα παπούτσια των λιγοστών περαστικών που περνούσαν από το σπασμένο πεζοδρόμιο. Συνήθως βέβαια τα παπούτσια ήταν λερωμένα και φθαρμένα κι αυτό δεν του άφηνε και πολλά περιθώρια για ονειροπολήσεις. Που και που όμως περνούσε κάποιο καλογυαλισμένο ζευγάρι ανδρικά σκαρπίνια ή τίποτα ολοκαίνουργα γυναικεία γοβάκια που έκαναν τη φαντασία του να οργιάζει. Τι δεξιώσεις, τι γκαλά, τι απίστευτα πάρτι γινόταν στα όνειρά του. Πότε είχε σαλόνι με πάτωμα από σπάνιο μάρμαρο και πιάνο με ουρά, πότε αίθουσα χορού με ξύλινο παρκέ και πότε βεράντα με θέα τη θάλασσα, το πάρκο ή την κεντρική πλατεία. Μια φορά, είχε σταθεί έξω από το παράθυρο ένας μικρός ζητιάνος που γρατζουνούσε αδέξια ένα μισοδιαλυμένου βιολί. Εκείνο το βράδυ το υπόγειο είχε μετατραπεί σε υπέρλαμπρο θέατρο με αμέτρητα λαμπιόνια που σειόταν από το βροντερό χειροκρότημα των θεατών.

Κάποιον χειμώνα, ένα γέρικο καναρίνι το ‘σκασε από το κλουβί του και βρήκε καταφύγιο στο υπόγειο. Για τρεις ολόκληρες μέρες, κάθε φορά που άκουγε το κελάηδημα του πουλιού, το υπόγειο γινόταν λιβάδι καταπράσινο, πνιγμένο από πολύχρωμα λουλούδια και ψηλά δέντρα γεμάτα ζωή και λαχταριστούς καρπούς. Την τέταρτη μέρα όμως, το καναρίνι έπαψε να κελαηδά και να πεταρίζει και ν’ ανασαίνει. Και το υπόγειο πέρασε όλον τον υπόλοιπο χειμώνα δίχως ούτε ένα τοσοδά ονειράκι.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν, το υπόγειο έμαθε να χρειάζεται όλο και πιο λίγα για να ονειρευτεί. Έτσι, όταν η υγρασία ζωγράφιζε περίεργα σχέδια στους τοίχους, αυτό ονειρευόταν ότι είχε έρθει ένα τσούρμο παιδιά με κόκκινα μάγουλα γεμάτα φακίδες και χαμογελαστά πρόσωπα και με τα κέρινα κραγιόνια τους το στόλισαν για να του δείξουν την αγάπη τους. Ακόμη και τότε που χάλασε η βρύση κι άρχισε να στάζει ρυθμικά πάνω στο γκαζοτενεκέ, πολύ το είχε ευχαριστηθεί. Φανταζόταν ότι χτυπούσε αδιάκοπα κόσμος την πόρτα του, που στο όνειρό του ήταν στιβαρή και βαριά, φτιαγμένη από μασίφ δρύινο ξύλο με όμορφες σκαλισμένες φιγούρες. Γιατί, μόνο μια τέτοια πόρτα άρμοζε σ’ ένα σημαντικό δωμάτιο σαν κι αυτό – δεν ήταν και πολύ σίγουρο βέβαια τι ακριβώς ήταν, αλλά μάλλον κάποιο υπουργείο ή ίσως και το σπίτι του Δημάρχου, αφού ο κόσμος έκανε ατελείωτες ουρές, λαχταρώντας πως και πως να περάσει στο εσωτερικό του.

Τέλος, υπήρχε το όνειρο της Κυριακής! Κάποιες Κυριακές, όταν είχε τα κέφια του, το υπόγειο φορούσε τα καλά του και γινόταν ένας μεγαλοπρεπής ναός – όχι πάντα της ίδιας θρησκείας, μερικές φορές και πολλών διαφορετικών ταυτόχρονα! Οι πολυάριθμοι πιστοί προσέρχονταν με ευλάβεια κι έμπαιναν μέσα του με χαμηλωμένο το κεφάλι, ψιθυρίζοντας προσευχές, παρακλήσεις και συγνώμες. Κάποιοι έβγαζαν πρώτα τα παπούτσια τους, κάποιοι άλλοι έκαναν το σταυρό τους, μερικοί κάθονταν σε περίεργες στάσεις πάνω στο ξύλινο πάτωμα, ενώ άλλοι έφερναν μαζί τους πολύτιμα δώρα κι αφιερώματα. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τους πηχτούς αρωματισμένους καπνούς και τα ζεστά χνώτα του πλήθους. Το καθαρό χρυσάφι στις τοιχογραφίες, τα εικονίσματα ή τα αγάλματα, ανάλογα με την περίσταση, λαμπύριζε σα χιλιάδες αστέρια στο αντιφέγγισμα των αμέτρητων κεριών.

Βέβαια, όπως σας είπα και πιο πριν, το υπόγειο δεν ήταν πάντα μόνο του. Ορισμένες – λίγες – φορές, υπήρχαν άνθρωποι που έμεναν εκεί. Μόνο που αυτοί δεν το έκαναν ποτέ να ονειρεύεται. Ποιος ξέρει άραγε γιατί. Ίσως επειδή ήταν βρώμικοι και άσχημοι. Ή ίσως πάλι γιατί ήταν ταλαιπωρημένοι – πιο πολύ και από το ίδιο. Ή ακόμη κι επειδή συνήθως δεν ήθελαν να το βλέπουν. Κι έτσι δεν ήθελε να τους βλέπει ούτε κι αυτό. Ναι, ναι αυτό ήταν βέβαιο. Προτιμούσε να είναι μόνο του.

Έτσι λοιπόν πάνω-κάτω περνούσαν τα χρόνια του. Πότε γεμάτα όνειρα, πότε βουτηγμένα στη μελαγχολία και πότε εντελώς κενά. Όπως περίπου περνάν και τα χρόνια των ανθρώπων.

Μέχρι εκείνη τη μέρα. Τη μέρα που η πόρτα του γκρεμίστηκε μονομιάς κι έπεσε στο πάτωμα σηκώνοντας ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης. Το υπόγειο ούρλιαξε από πόνο καθώς ένιωσε ένα κομμάτι του να ξεριζώνεται. Με ανάμεικτα συναισθήματα φόβου και οργής είδε δυο πλάσματα – που όμοια τους δεν είχε ξαναδεί – να περνάνε το κατώφλι του. Ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι – μα όχι σαν αυτά που συνήθιζαν να μένουν εκεί. Ήταν νέα και όμορφα, πολύ όμορφα και ,καθώς ξεπρόβαλαν μέσα από το σύννεφο, έμοιαζαν με αγγελούδια που κατέβηκαν για λίγο στη Γη. Το δωμάτιο τσιμπήθηκε για να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρευόταν. Όχι, όχι ήταν αλήθεια. Και δεν ήταν και Κυριακή.

«Τώρα γιατί το έκανες αυτό ρε μαλάκα; Κάποιος μπορεί να μας άκουσε,» είπε θυμωμένο το κορίτσι.
«Μην ανησυχείς, μωρό μου. Δεν υπάρχει κανείς τριγύρω, το έχω ψάξει. Το κτίριο είναι εγκαταλειμμένο εδώ και χρόνια» απάντησε το αγόρι κι άναψε ένα κλεφτοφάναρο.
«Εδώ λοιπόν θα ζήσουμε το όνειρό μας!» είπε χαρούμενα το κορίτσι εξετάζοντας τον άδειο χώρο στο μισοσκόταδο.

Το υπόγειο δε μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Πρώτη φορά μιλούσε κάποιος με τρυφερά λόγια γι’ αυτό. Αυτό ήταν αρκετό για ν’ αρχίσει να ονειρεύεται, μα το καθυστερούσε όσο πιο πολύ γινόταν, γιατί – για πρώτη φορά στη ζωή του – δεν ήθελε να χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα.

Το κορίτσι ξεκούμπωσε νωχελικά την μπλούζα του, μένοντας γυμνό από τη μέση και πάνω. Το αγόρι έβγαλε το μπουφάν του και το άπλωσε στο πάτωμα. Το κορίτσι κάθισε πάνω κι ακούμπησε την πλάτη του στον κρύο τοίχο. Το υπόγειο αναρίγησε στο άγγιγμα της μαλακής επιδερμίδας. Το αγόρι κάθισε δίπλα στο κορίτσι και το πήρε αγκαλιά. «Είσαι έτοιμη για το ταξίδι μας;» του ψιθύρισε στ’ αυτί. Το κορίτσι έγνεψε ναι και φιλήθηκαν στο στόμα. Ύστερα, το αγόρι ψηλάφισε την τσέπη του μπουφάν κι έβγαλε κάτι από μέσα. Το υπόγειο δεν ήξερε τι ήταν αυτό, μα είδε καθαρά ότι το κάρφωσε πρώτα στο χέρι του κοριτσιού κι ύστερα στο δικό του. Και μετά έγινε σιωπή.

«Πετάω, μωρό μου, πετάω! Με βλέπεις;» ρώτησε με φωνή που έτρεμε το αγόρι.
«Ναι αγάπη μου, δίπλα σου είμαι! Και είναι υπέροχα! Για κοίτα… Κοίτα πόσο όμορφα είναι όλα από εδώ ψηλά! Σαν όνειρο, το δικό μας όνειρο!» απάντησε εκστασιασμένο το κορίτσι.

«Θεέ μου, δεν το πιστεύω! Ονειρεύονται!» σκέφτηκε ενθουσιασμένο το υπόγειο. «Επιτέλους από εδώ και μπρος δε θα ονειρεύομαι μόνο.» Έκλεισε λοιπόν κι αυτό τα μάτια και τους ακολούθησε στ’ όνειρό τους.

Εκείνο το βράδυ, οι τρεις τους ταξίδεψαν σε απίστευτα μέρη, όπου το δωμάτιο άλλαζε συνεχώς μορφή και σχήμα, σαν τις πολύχρωμες εικόνες στα καλειδοσκόπια των μικρών παιδιών. Πότε γινόταν παλάτι, πότε παραδεισένιο νησί, πότε έναστρος ουρανός, μέχρι και διαστημόπλοιο έγινε!

Το επόμενο πρωί, το δωμάτιο ξύπνησε πρώτο. Όταν αντίκρισε τα δυο παιδιά να κοιμούνται αγκαλιασμένα πάνω στο μπουφάν, δάκρυσε από συγκίνηση. Τι νύχτα κι αυτή! Τώρα πια, δεν έβλεπε την ώρα που θα ξυπνούσαν, για να ονειρευτεί ξανά μαζί τους. Μέχρι και το μικρό του παραθυράκι του προσπάθησε να τεντώσει όσο πιο πολύ μπορούσε μπας και τρύπωνε καμιά ηλιαχτίδα να τους ξυπνήσει μια ώρα αρχύτερα. Η μέρα όμως έξω ήταν μουντή και μαύρη. Έτσι λοιπόν, δεν είχε άλλη επιλογή από το να περιμένει.

«ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΕΚΚΕΝΩΣΤΕ ΑΜΕΣΑ ΤΟ ΚΤΗΡΙΟ!» ακούστηκε να ουρλιάζει μια βραχνή φωνή μέσα από μια ντουντούκα. «ΣΕ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ!»

Το υπόγειο δε μπορούσε να καταλάβει τι είχε κάνει και του φώναζαν έτσι άγρια πρωί-πρωί, αλλά στην αρχή χάρηκε γιατί σκέφτηκε ότι η φασαρία θα ξυπνούσε τα παιδιά.

«ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ!», ακούστηκε ξανά η φωνή.

Τα παιδιά παρέμειναν ασάλευτα στη θέση τους.

«ΕΞΗΝΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ!», στρίγκλισε η ντουντούκα.

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, το υπόγειο θυμήθηκε ξαφνικά το καναρίνι κι αισθάνθηκε ένα κόμπο να του δένει το λαιμό.

«ΠΕΝΤΕ… ΤΕΣΣΕΡΑ…ΤΡΙΑ…ΔΥΟ…ΕΝΑ!»

Η σιδερένια μπάλα χτύπησε με δύναμη την πολυκατοικία. Το υπόγειο ένιωσε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια του. Ακολούθησε κι άλλο χτύπημα. Ένας μεγάλος σωρός από μπάζα έπεσε με φόρα πάνω στην πλάτη του. Το υπόγειο έβαλε τα δυνατά του για να τα κρατήσει μακριά από τα παιδιά, αλλά τα χρόνια του δε βοηθούσαν. Στο τρίτο χτύπημα ένιωσε τις δυνάμεις του να το εγκαταλείπουν. Έκλεισε λοιπόν τα μάτια κι αφέθηκε στη μοίρα του…

Το επόμενο χτύπημα μετέτρεψε το υπόγειο σε μια άμορφη μάζα που άρχισε να πέφτει σαν γκρίζα βροχή πάνω στα σώματα των παιδιών. Μα, καθώς έπεφτε, το υπόγειο άνοιξε διάπλατα τα χέρια του σε μιαν απέραντη αγκαλιά κι έκρυψε βαθιά μέσα στα στήθη του τα δυο παιδιά. Και τότε, προς μεγάλη του έκπληξη, ανακάλυψε ότι αυτό ήταν τελικά που ονειρευόταν πραγματικά να γίνει σε όλη του τη ζωή!
 
Our site is at APN Greece Directory