Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Ιουλ 2011

Μαμά



- Μαμά να σε ρωτήσω κάτι;
- Ναι αγάπη μου.
- Γιατί βαφτίζουμε τα μωρά;
- Γιατί με αυτό τον τρόπο δείχνουμε πόσο πολύ τα αγαπάμε και πόσο σημαντικά είναι για μας.
- Γιατί;
- Γιατί έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Ότι αγαπάμε το βαφτίζουμε. Και όχι μόνο τα μωρά. Να, για παράδειγμα, στη γειτονιά υπάρχουν ένα σωρό αδέσποτες γάτες που δεν έχουν όνομα. Τη Χιονάτη όμως που ζει στην αυλή μας και την αγαπάμε, της έχουμε δώσει όνομα. Κι εσύ το αγαπημένο σου παιχνίδι το φωνάζεις Τομ.
- Κι η Ελενίτσα την κούκλα της τη λέει Μαρία και το καναρίνι Λεμονάκι.
- Ακριβώς! Κι αν το σκεφτείς λίγο, θα δεις ότι βαφτίζουμε ακόμα και τους δρόμους, τις πλατείες, τις πόλεις και τα χωριά, μέχρι και τι χώρες! Ότι είναι σημαντικό κάποιος το έχει βαφτίσει…
- Μα καλά βρε μαμά τότε, αφού εσύ είσαι τόσο πολύ σημαντική για μένα και σε αγαπάω τοοοοοόσο πολύ, γιατί εγώ δε σε έχω βαφτίσει παρά σε φωνάζω «μαμά»;
- Γιατί το «μαμά» αγάπη μου είναι το ωραιότερο όνομα στον κόσμο!

24 Απρ 2009

Ο Συλλέκτης


Πηγή εικόνας

Ο σερ Χάρντινγκ κοιτάχτηκε στον κρυστάλλινο καθρέφτη με τη χρυσή σκαλιστή κορνίζα. Σήμερα φορούσε το αγαπημένο του τουΐντ κοστούμι που είχε κάποτε αγοράσει στην Μποντ Στριτ. Αυτό το κοστούμι έβαζε πάντα όταν επρόκειτο να συμβεί κάτι σημαντικό. Δίπλωσε ένα φρεσκοπλυμένο μεταξωτό μαντιλάκι στην τσέπη του πέτου και στράβωσε επιτηδευμένα το παπιγιόν του – ένα σωστό παπιγιόν ποτέ δεν είναι τέλειο. Έστριψε τις άκρες από το παχύ λευκό μουστάκι του και χαμογέλασε με αυταρέσκεια. Με αργές, τελετουργικές κινήσεις φόρεσε πρώτα τη γκρίζα καμπαρντίνα του και μετά ακούμπησε το τσόχινο καπέλο στο κεφάλι του, προσέχοντας να μη χαλάσει το άψογο χτένισμά του. Ύστερα, διάλεξε μια από τις μαύρες ομπρέλες που στέκονταν παραταγμένες σα στρατιωτάκια δίπλα στον καθρέφτη. Πήρε το δερμάτινο χαρτοφύλακα του από το δρύινο γραφείο, έβαλε μέσα ένα μικρό κρυστάλλινο μπουκαλάκι και μια εφημερίδα και βγήκε στον πολύβουο δρόμο.

Ο Τζωρτζ πέταξε την τσαλακωμένη εφημερίδα στο πάτωμα και ήπιε βιαστικά δυο γουλιές κρύου καφέ, δοκιμάζοντας ταυτόχρονα να δέσει την ξεθωριασμένη γραβάτα του. Βούτηξε ένα ξεδοντιασμένο χτένι στο ποτήρι με το νερό και επιχείρησε να στρώσει όπως-όπως το λιγδιασμένο μαλλί του που όμως δεν έλεγε με τίποτα να συνεργαστεί. Ένα διαπεραστικό σφύριγμα ακούστηκε και δυο φρυγανιές πετάχτηκαν ψηλά στον αέρα. Ο Τζωρτζ, δίχως να σηκωθεί από την καρέκλα, άπλωσε το χέρι του όσο περισσότερο μπορούσε ελπίζοντας να σώσει έστω τη μία, αλλά το μόνο που κατάφερε, ήταν να σκουντήσει την κούπα με τον καφέ και να μουσκέψει το παντελόνι του. Καθώς όλα τα υπόλοιπα ρούχα του βρίσκονταν εδώ και μέρες μέσα στο πλυντήριο, έσκισε την πρώτη σελίδα από την εφημερίδα και την παράχωσε στο παντελόνι για να σταματήσει την υγρασία πριν φτάσει στο εσώρουχο. Αγχωμένος, κοίταξε το πλαστικό ρολόι στον τοίχο. Δώδεκα παρά τρία λεπτά. Αν δεν ήθελε να καθυστερήσει, έπρεπε να φύγει αμέσως. Μάζεψε μια φρυγανιά από το βρώμικο πάτωμα και τη φύσηξε δυο-τρις φορές. Δάγκωσε μια μπουκιά, άνοιξε την πόρτα και, με το στόμα ακόμα μπουκωμένο, κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα. Το ασανσέρ ήταν πάλι χαλασμένο.

Ο σερ Χάρντινγκ διέσχισε με αργό βήμα την Μπράουνινγκ Στριτ. Δεν είχε κανένα λόγο να βιάζεται. Όλα ήταν προγραμματισμένα στην εντέλεια. Η καμπάνα του Σαιντ Τζέημς κτύπησε δώδεκα φορές. Ο σερ Χάρντινγκ έβγαλε το χρυσό ρολόι από το τσεπάκι του γιλέκου του για να βεβαιωθεί ότι πήγαινε σωστά. Το ξαναφύλαξε ικανοποιημένος κι ένα ελαφρύ μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του. Η διάθεσή του ήταν εξαιρετική. Σε ολόκληρη τη διαδρομή χαιρετούσε διακριτικά τις όμορφες δεσποινίδες ακουμπώντας με την άκρη των δακτύλων το γείσο του καπέλου του και σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι.

Ο Τζωρτζ άνοιξε την ξεχαρβαλωμένη πόρτα του σκουριασμένου αυτοκινήτου και κάθισε στη θέση του οδηγού. Ένα ελατήριο ξεπετάχτηκε από το φθαρμένο κάθισμα και καρφώθηκε στο γοφό του, ανοίγοντας μια μικρή τρύπα στο δεξί του μπατζάκι. Ο Τζωρτζ πέταξε το υπόλοιπο της φρυγανιάς στο ντουλαπάκι που έχασκε ορθάνοιχτο και προσπάθησε να βάλει μπροστά. Η μηχανή γουργούρισε ξεψυχισμένα και, αφήνοντας έναν δραματικό ασθματικό ρόγχο, έσβησε. Ο Τζωρτζ γύρισε βλαστημώντας το κλειδί με τόση δύναμη που κόντεψε να το σπάσει στα δύο. Η μηχανή ξερόβηξε μια δυο φορές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Τζωρτζ χτύπησε απελπισμένος το κεφάλι του πάνω στο τιμόνι. Έκλεισε τα μάτια και ψέλλισε κάτι ανάμεσα σε κατάρα και προσευχή. Ότι κι αν ήταν αυτό πάντως έπιασε, αφού στην επόμενη προσπάθεια του, η μηχανή πήρε τελικά μπρος. Ο Τζωρτζ χάιδεψε τρυφερά το τιμόνι, σαν να ήταν κάποιο κατοικίδιο που το επιβράβευε για την υπακοή του.

Ο σερ Χάρντινγκ σταμάτησε μπροστά στη μεγαλόπρεπη είσοδο του Σαιντ Τζέημς Καφέ, αλλά δεν την άνοιξε. Ένας πραγματικός ευγενής δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Μόλις τον αντιλήφθηκε ο ξερακιανός σερβιτόρος της πρωινής βάρδιας, παράτησε τον στρογγυλό δίσκο που κρατούσε στο πρώτο άδειο τραπέζι και έτρεξε να του ανοίξει. Καθώς ο σερ Χάρντινγκ περνούσε στο ζεστό εσωτερικό του Καφέ, ο σερβιτόρος έκανε μια βαθιά υπόκλιση και η μακριά γαμψή μύτη του άγγιξε την παχιά κόκκινη μοκέτα. Αυτή την ώρα το καφέ ήταν σχεδόν άδειο. Ο σερ Χάρντινγκ κατευθύνθηκε σε ένα τραπέζι δίπλα στη μεγάλη τζαμαρία που έβλεπε προς στην Σαιντ Τζέημς Στριτ. Το γκαρσόνι, πάντα σκυμμένο, πήρε την καμπαρντίνα, το καπέλο και την ομπρέλα του σερ Χάρντινγκ και, με αυτιά ορθάνοιχτα και μάτια γουρλωμένα, περίμενε υπομονετικά να ακούσει την επιθυμία του επιφανούς πελάτη. Ο σερ Χάρντινγκ αποφάσισε να το ρίξει λίγο έξω κι έτσι αντί για το καθιερωμένο του μαύρο τσάι με δυο φυλλαράκια μέντας, ζήτησε ένα παλαιωμένο σέρυ κι ένα πούρο Αβάνας.

Ο Τζωρτζ ψηλάφισε με το αριστερό του χέρι το χώρο κάτω από το κάθισμα αναζητώντας απεγνωσμένα ένα τσιγάρο. Ανάμεσα σε ένα σωρό από τσαλακωμένα άδεια πακέτα, μουχλιασμένα ψίχουλα, χρησιμοποιημένα μπουκάλια αναψυκτικών και κέρματα μικρής αξίας, τα δάχτυλα του ανακάλυψαν ένα μισοτελειωμένο αποτσίγαρο. Ο Τζωρτζ δίχως τον παραμικρό δισταγμό το έβαλε στο στόμα του και πάτησε με τον αντίχειρα τον ηλεκτρικό αναπτήρα. Ένας αδύναμος κρότος ακούστηκε, συνοδευόμενος από ένα μικρό συννεφάκι καπνού. Ο Τζωρτζ έφτυσε το αποτσίγαρο στο πάτωμα και κατέβασε με φόρα τη γροθιά του στη βραχνιασμένη κόρνα, βλαστημώντας κάποιον απροσδιόριστο θεό. Το ρολόι του αυτοκινήτου του, έδειξε και τέταρτο. Σκέτο και τέταρτο. Ο ωροδείκτης είχε εγκαταλείψει τη θέση του πριν από τουλάχιστον πέντε χρόνια.

Ο σερ Χάρντινγκ στερέωσε το μονόκλ στο δεξί του μάτι, άνοιξε τον χαρτοφύλακα κι έβγαλε από μέσα τον Κυριακάτικο Κήρυκα. Το γεγονός αυτό ίσως να μην ήταν άξιο λόγου, αν δεν ήταν ακόμη Σάββατο. Όχι, δεν επρόκειτο για το φύλλο της προηγούμενης Κυριακής, αλλά γι’ αυτό της επόμενης ημέρας. Αυτό ήταν ένα μικρό προνόμιο που του εξασφάλιζε μια ιδιαίτερη συμφωνία που είχε συνάψει με το Διάβολο πριν από πολλά χρόνια. Οι όροι της, σχετικά απλοί. Ο σερ Χάρντινγκ ήταν Συλλέκτης. Δουλειά του ήταν να βρίσκει ετοιμοθάνατους και, τη στιγμή που η ψυχή εγκατέλειπε το σώμα τους να την παγιδεύει μέσα σε ένα μικρό κρυστάλλινο μπουκαλάκι. Για κάθε κρυστάλλινο μπουκαλάκι που παρέδιδε στο «αφεντικό» του, ο σερ Χάρντινγκ κέρδιζε ως αντάλλαγμα έναν επιπλέον μήνα ζωής. Και την εφημερίδα της επόμενης ημέρας. Αυτή η μικρή πολυτέλεια τον είχε βοηθήσει να κάνει τη ζωή του πολύ πιο εύκολη. Και μεγαλύτερη. Σε μια βδομάδα θα έκλεινε τα εκατόν τριάντα έξι!

Ο Τζωρτζ κατέβασε το πόδι του πάνω στο γκάζι. Τα φθαρμένα λάστιχα στρίγκλισαν πάνω στη βρεγμένη άσφαλτο. Ο κρύος αέρας που έμπαινε από το σπασμένο παράθυρο σε συνδυασμό με τον ιδρώτα που κυλούσε στο μέτωπό του, του προκάλεσε ένα έντονο ρίγος. Γύρισε το διακόπτη της θέρμανσης και μια έντονη μπόχα πλημύρισε το αυτοκίνητο. «Αν όλα πάνε καλά,» μονολόγησε, «το πρώτο πράγμα που θα κάνω αύριο, είναι να πάρω καινούργιο αυτοκίνητο. Αρκεί μόνο να προλάβω.» Παρόλο που η λιωμένη σόλα του παπουτσιού του ήδη ακουμπούσε το πάτωμα, ο Τζωρτζ πάτησε το γκάζι με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη. Αν το κοντέρ λειτουργούσε, θα έβλεπε ότι είχε ξεπεράσει κατά πολύ το όριο ταχύτητας.

Ο σερ Χάρντινγκ άνοιξε την εφημερίδα κατευθείαν στην προτελευταία σελίδα. Στις ειδήσεις της τελευταίας στιγμής. Εκεί κρύβονταν οι πραγματικές ευκαιρίες. Τα τρανταχτά πρωτοσέλιδα τον άφηναν παγερά αδιάφορο. Εκεί ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος, ενώ με τα ψιλά γράμματα δεν ασχολούνταν κανείς. Αυτή ήταν η τακτική του. Και ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική. Ο σερ Χάρντινγκ θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο μεγαλύτερος Συλλέκτης του Νόουτιτζ. Αν δεν υπήρχε ο Γύπας φυσικά. Ο πρωταθλητής των θανάτων της πρώτης σελίδας. Ο ροκ σταρ των Συλλεκτών. Κανείς δε γνώριζε την ταυτότητά του. Όλοι όμως τον θαύμαζαν για τον απαράμιλλο επαγγελματισμό και το άψογο στυλ του. Ίχνη δεν άφηνε πίσω του ποτέ, παρά μόνο ένα μαύρο πούπουλο ως υπογραφή. Ο σερ Χάρντινγκ τον μισούσε θανάσιμα αυτόν το τύπο, γιατί κατάφερνε πάντα να βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά από αυτόν.

Ο Τζωρτζ άνοιξε το ραδιόφωνο. Έλπιζε να πετύχει κάποιο εύθυμο τραγουδάκι που θα τον βοηθούσε να χαλαρώσει λίγο. Στο ραδιοφωνικό σταθμό που είχε προ πολλού κολλήσει η βελόνα, έπαιζε ειδήσεις. «Λόγω της πρωινής βροχόπτωσης οι δρόμοι σήμερα θα είναι ιδιαίτερα ολισθηροί. Οι φίλοι οδηγοί καλούνται να είναι πολύ προσεκτικοί καθώς ο κίνδυνος ατυχήματος είναι μεγάλος» ανακοινώσε με επίσημο τόνο μια βραχνή γυναικεία φωνή. Αγνοώντας παντελώς τις νουθεσίες της εκφωνήτριας ο Τζωρτζ μπήκε με μεγάλη ταχύτητα στη στροφή, περνώντας ξυστά από τον αυλόγυρο του Σαιντ Τζέημς. Ένα κοπάδι τρομαγμένα περιστέρια σκόρπισαν στον ουρανό. Οι ειδήσεις τελείωσαν αφήνοντας τη θέση τους στο «Ροκ Μπλοκ». Ανάμεσα σε παρεμβολές και παράσιτα, ακούστηκε – στο βάθος, λες και το ραδιόφωνο ήταν χωμένο στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου – το «Ιν δε ντεθκαρ» του Ίγκι Ποπ. Ο Τζωρτζ σιγοντάρισε τη μελωδία σφυρίζοντας απελπιστικά φάλτσα.

Ο σερ Χάρντινγκ διάβασε από μέσα του, κουνώντας ταυτόχρονα ασυναίσθητα τα χείλη, την είδηση που ήταν σημειωμένη μέσα σ’ έναν κόκκινο κύκλο. «Συγκλονιστικό ατύχημα συνέβη χτες στις 12:37 μμ στην αρχή της οδού Σαιντ Τζέημς. Πιθανότατα λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, νεαρός οδηγός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και προσέκρουσε στη τζαμαρία του Σαιντ Τζέημς Ρέστοραντ. Το αυτοκίνητο μέσα σε λίγα λεπτά τυλίχθηκε στις φλόγες. Από τα συντρίμμια ανασύρθηκε ένα απανθρακωμένο σώμα, τα στοιχεία του οποίου δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί. Αναλυτικότερο ρεπορτάζ για το ατυχές συμβάν στο αυριανό φύλλο.» Ο σερ Χάρντινγκ χάιδεψε μέσα στο χαρτοφύλακα το κρυστάλλινο μπουκαλάκι για να βεβαιωθεί ότι βρισκόταν ακόμα στη θέση του και χαρούμενος ετοιμάστηκε ν’ ανάψει το πούρο του.

Ο Τζωρτζ κοίταξε με την άκρη του ματιού του τη μεταλλική πινακίδα στον τοίχο του κτιρίου. «Σαιντ Τζέημς Στριτ. Ωραία, εδώ είμαστε» σκέφτηκε και κατέβασε στιγμιαία το βλέμμα του στον πλαστικό λεπτοδείκτη. «Και τριάντα έξι. Ουφ! Είμαι στην ώρα μου. Τα κατάφερα!» σκέφτηκε γεμάτος ικανοποίηση. Καθώς όμως ξανασήκωσε τα μάτια, αντίκρισε ένα παιδάκι που μόλις είχε πεταχτεί στη μέση του δρόμου κυνηγώντας ανέμελα μια δερμάτινη κόκκινη μπάλα. «Γαμώ, γαμώτη μου, γαμώ» φώναξε αλαφιασμένος. Έκοψε απότομα όλο το τιμόνι δεξιά δίχως να πατήσει το φρένο για να μην σπινιάρουν οι ρόδες πάνω στο βρεγμένο δρόμο. Ένας εκκωφαντικός μεταλλικός θόρυβος διατάραξε τη μακαριότητα του Σαββατιάτικου πρωινού, καθώς το ακυβέρνητο αυτοκίνητο καρφώθηκε με φόρα στην τζαμαρία του Σαιντ Τζέημς Καφέ.

Όλα έγιναν μέσα σε μια στιγμή. Ο σερ Χάρντινγκ που είχε στραμμένη την προσοχή του στο Σαιντ Τζέημς Ρέστοραντ, δεν κατάλαβε καν πως βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα σε ένα σωρό από μπάζα, πλακωμένος κάτω από τις ρόδες ενός μισοδιαλυμένου αυτοκινήτου. Ένα μικρό ρυάκι αίμα σχηματίστηκε στο μέτωπό του και κύλησε αργά πάνω στις άψογα σχηματισμένες φαβορίτες του. Το σώμα του άρχισε να μουδιάζει. Το πούρο Αβάνας, που δεν πρόλαβε ποτέ ν’ ανάψει, κρεμόταν ακόμη από τα χείλη του. Μέσα σε ένα πυκνό σύννεφο σκόνης, διέκρινε μια αχνή φιγούρα να σέρνεται έξω από το θρυμματισμένο παρμπρίζ και να πλησιάζει παραπατώντας προς το μέρος του. Από εκεί που βρισκόταν δε μπορούσε να δει και πολλά πράγματα, μα του έκανε εντύπωση ένας μεγάλος λεκές πάνω στο παντελόνι του αγνώστου, καθώς αυτός έσκυψε και ακούμπησε κάτι δίπλα στο κεφάλι του. Έκπληκτος, ανακάλυψε ότι ήταν ένα άδειο πλαστικό μπουκαλάκι αναψυκτικού.

Ο Τζωρτζ βίδωσε σφιχτά το καπάκι στο πλαστικό μπουκάλι και το έχωσε στην τσέπη του ταλαιπωρημένου σακακιού του. Πονούσε παντού, αλλά αυτό δεν είχε την παραμικρή σημασία. Όλα, για άλλη μια φορά, είχαν πάει μια χαρά. Ένιωσε πως όφειλε να το γιορτάσει. Έσκυψε και πήρε το πούρο από τα πετρωμένα χείλη του σερ Χάρντινγκ. Το σκούπισε πάνω στο μανίκι του και το δάγκωσε μαλακά ανάμεσα στα πλαϊνά του δόντια. Χρησιμοποίησε τις φλόγες που είχαν αρχίσει να ξεπροβάλλουν από τη μηχανή του αυτοκινήτου για να το ανάψει και τράβηξε λαίμαργα δυο τρεις ρουφηξιές. Μέχρι να καταφθάσουν οι πρώτοι περίεργοι και η αστυνομία, ο Τζωρτζ είχε ήδη εξαφανιστεί. Πίσω του είχε αφήσει μόνο ένα μαύρο πούπουλο και μια σελίδα εφημερίδας που ξεγλίστρησε από το μπατζάκι του καθώς απομακρυνόταν κουτσαίνοντας. Ήταν το πρωτοσέλιδο του Κήρυκα της Δευτέρας. «Τραγικό ατύχημα με έναν νεκρό στο κέντρο του Νόουτιτζ» έγραφε με έντονα μεγάλα γράμματα. Κάπου χαμηλότερα, μέσα σε ένα μικρό ένθετο γκρι κουτάκι με πλάγια γραμματοσειρά, υπήρχε η απολογία του Αρχισυντάκτη, ο οποίος ζητούσε ταπεινά συγγνώμη από τους αξιότιμους αναγνώστες της εφημερίδας για οποιαδήποτε αναστάτωση μπορεί να επέφερε το λάθος στο φύλλο της Κυριακής, όπου, εκ παραδρομής, είχε αναφερθεί πως το ατύχημα συνέβη στο Σαιντ Τζέημς Ρέστοραντ αντί του Σαιντ Τζέημς Καφέ. Ως βασικός υπαίτιος για το συμβάν υποδεικνυόταν, ως είθισται, ο γνωστός δαίμων του Τυπογραφείου…

22 Μαρ 2009

Χέρια

Τα μικροκαμωμένα χεράκια πετάρισαν παιχνιδιάρικα λες και προσπαθούσαν να διευθύνουν μιαν αόρατη ορχήστρα. Ο βιαστικός Βοριάς σκόνταψε πάνω στην απρόσμενα τραχιά επιφάνειά τους και καθώς περνούσε ανάμεσα στα μαυριδερά τους δάχτυλα, άφησε ένα μακρόσυρτο παραπονεμένο σφύριγμα. Οι παλάμες κοίταξαν προς τον ουρανό. Μια ηλιαχτίδα από τη μακρινή Ανατολή τις είδε από ψηλά και, γεμάτη περιέργεια, βούτηξε κατά πάνω τους κι άρχισε να τις εξερευνά. Σύντομη η γραμμή της ζωής, μα με πολλά παρακλάδια. Τ’ όρος του Ερμή έντονα χαραγμένο – μυαλό που κόβει κι αγάπη για ταξίδι. Η πρώτη φάλαγγα τ’ αντίχειρα μακρόστενη, πράγμα που φανερώνει μεγάλη φαντασία.

Τα χέρια προσγειώθηκαν στη γη. Άρπαξαν μια σαραβαλιασμένη κούκλα μ’ ένα πόδι και δυο άδειες τρύπες στις θέσεις των ματιών. Της χάιδεψαν τρυφερά το κεφάλι. Τα φαγωμένα βρώμικα νυχάκια τους μπλέχτηκαν ανάμεσα στα λιγοστά πλαστικά μαλλιά.

Το χάδι δεν κράτησε πολύ. Τα χέρια παραπέταξαν την κούκλα στην άκρη του δρόμου και καταπιάστηκαν μ’ ένα μυρμήγκι που κουβάλαγε στην πλάτη του έναν σπόρο. Ήθελαν μόνο να το βοηθήσουν. Μα άτσαλα και παγωμένα καθώς ήταν, το έλιωσαν το δόλιο κι απόμεινε πάνω τους μονάχα ένας τοσοδά μαύρος λεκές. Τα χέρια μαζεύτηκαν μεμιάς και σφίχτηκαν σε γροθιές προσπαθώντας να κρύψουν τη ντροπή τους.

Μετά από λίγο, το ένα ξεδιπλώθηκε δειλά. Το μικρό δαχτυλάκι τρύπωσε σ’ ένα βουλωμένο ρουθούνι. Βγαίνοντας, προσέφερε στον αντίχειρα ένα δωράκι. Μαζί, έπλασαν την άμορφη μάζα μέχρι που έγινε ένα ολοστρόγγυλο μπαλάκι. Το μικρό δαχτυλάκι το κλώτσησε παιχνιδιάρικα σημαδεύοντας έναν φανταστικό στόχο. Το μπαλάκι έπεσε δίπλα σε μια κίτρινη μαργαρίτα που είχε φυτρώσει σε μια σχισμή του πεζοδρομίου. Τα χέρια την έκοψαν προσεκτικά κι άρχισαν να μαδούν τα πέταλά της ένα-ένα. «Μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά», ψιθύριζαν με μια κρυφή λαχτάρα. «Μ’ αγαπά!» ήταν η τελική ετυμηγορία κι ένα κύμα ενθουσιασμού πλημμύρισε τα χέρια.

Μια αντανάκλαση πάνω σ’ ένα τενεκεδάκι αναψυκτικού τράβηξε την προσοχή τους. Το σήκωσαν από χάμω και προσπάθησαν ν’ αποσπάσουν το δαχτυλίδι του με τη βία. Αυτό όμως αντιστάθηκε σθεναρά και η κοφτερή του λεπίδα χάραξε στον δείκτη του χεριού ένα λεπτό κόκκινο αυλάκι. Το δάχτυλο κλαψούρισε και βούτηξε ανάμεσα σε δυο σκασμένα ροζ χειλάκια γυρεύοντας παρηγοριά. Μια αλμυρή σταγόνα κύλησε στο κατακόκκινο μάγουλο και ήρθε να το συναντήσει. Όταν το δάχτυλο αποφάσισε να βγει από την κρυψώνα του, στολίστηκε με το τενεκεδένιο λάφυρο και το μοστράρισε με περηφάνια, σα να ‘ταν κάποιο παράσημο που μαρτυρούσε την αντρειοσύνη που έδειξε στη μάχη.

Μια μηχανή αυτοκινήτου γουργούρισε δίπλα τους. Το δεξί χέρι κυμάτισε στον αέρα σα λερωμένο ιπτάμενο χαλί κι αιωρήθηκε για λίγο πάνω-κάτω. Τη στιγμή που έκανε να μαζευτεί, ένα ασημένιο κέρμα έπεσε μέσα του. Ο αντίχειρας το ξάπλωσε στην πλάτη του και το τίναξε με δύναμη ψηλά. Το κέρμα στριφογύρισε σα σβούρα στον αέρα κι ύστερα προσγειώθηκε απαλά στη ροζιασμένη παλάμη που πήγε αμέσως να το δείξει στην αδερφή της. Σαν κουκούλι το ‘κλεισαν οι δυο ανάμεσά τους κι έτσι όπως ήταν ενωμένες, άρχισαν να κουνιόνται πέρα δώθε. Το κέρμα χοροπηδούσε ρυθμικά μέσα στη αγκαλιά τους βγάζοντας αστείες κραυγούλες όπως μωρό που γελά. Κι αυτές αναριγούσαν σε κάθε άγγιγμά του.

Αν μπορούσε ποτέ κανείς να ξέρει πότε τα χέρια χαμογελούν, τότε θα καταλάβαινε ότι αυτά τα δυο ήταν ευτυχισμένα…

9 Μαρ 2009

Κόκκινη κλωστή δεμένη…


Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη… Έτσι ξεκινούσε η γιαγιά μου όλα της τα παραμύθια. Κι ύστερα, έπαιρνε το κουβάρι με την κόκκινη κλωστή από το καλάθι με τα ραφτικά και μου έδενε ένα φιογκάκι στο δείκτη του δεξιού χεριού. Όταν το παραμύθι τελείωνε, τραβούσε τη μιαν άκρη της κλωστής κι ο κόμπος λυνόταν αμέσως. Αυτό σήμαινε ότι ήταν ώρα για ύπνο. Είχε κάτι το μαγικό εκείνο το λύσιμο. Σα να έλυνε και το μυαλό μου μαζί. Χαλάρωνα κι όλες οι αστείες παιδικές μου σκοτούρες έσβηναν μονομιάς. Τα βλέφαρα μου έσμιγαν γλυκά, σαν πρωτοερωτευμένο ζευγαράκι κι έβλεπα όνειρα όμορφα, από αυτά που εύχεσαι ποτέ να μην ξυπνήσεις.

Μια κόκκινη κλωστή έδεσα στο δάχτυλο μου πάλι χτες βράδυ, μετά από πολλά χρόνια.

Ήμουν στο πανεπιστήμιο όταν χτύπησε το κινητό. Ανάμεσα σε αναφιλητά, η μητέρα μού ανακοίνωσε το θάνατο της γιαγιάς. Να μην έρθω μου είπε. Δεν υπήρχε λόγος να ταλαιπωρηθώ. Ούτως ή άλλως δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβαινα την κηδεία. Θα γινόταν νωρίς το πρωί κι εγώ έπρεπε να πάρω δυο πτήσεις. Εγώ φυσικά δεν την άκουσα. Πήρα ένα ταξί, άφησα τα βιβλία στο σπίτι, στοίβαξα μερικά σκούρα ρούχα σ’ ένα σακβουαγιάζ και πήγα στο αεροδρόμιο. Εισιτήριο όμως δε μπόρεσα να βρω για το βράδυ. Μπήκα λοιπόν στη λίστα αναμονής για την πρωινή πτήση. Έτσι, αναγκάστηκα να περάσω ολόκληρη τη νύχτα πάνω στις άβολες πλαστικές καρέκλες της αίθουσας αναμονής.

Ήμουν τρομερά κουρασμένος, αλλά ήταν αδύνατον να κοιμηθώ. Μέχρι που, βάζοντας το χέρι στην τσέπη του μπουφάν για να ζεσταθώ, ανακάλυψα τυχαία μια ξηλωμένη κλωστή. Μια κόκκινη κλωστή! Την τύλιξα όπως-όπως γύρω από το δάχτυλό μου κι έκλεισα τα μάτια. Ο ύπνος ήρθε απρόσμενα, χωρίς να τον καταλάβω, σα χαμένος φίλος από τα παλιά που σ’ επισκέπτεται ξαφνικά μετά από χρόνια.

Φτάνοντας στην Αθήνα, μου ανακοίνωσαν ότι η Ομοσπονδία Υπαλλήλων Προσωπικού Ασφαλείας Ελλάδος είχε κηρύξει δωδεκάωρη απεργία. Όταν επιτέλους προσγειώθηκε η πτήση μου στην Κέρκυρα ήταν πλέον σούρουπο. Δεν πέρασα από το σπίτι. Ούτε καν τους τηλεφώνησα. Εξάλλου δεν ήρθα γι’ αυτούς.

Σ’ ένα χαντάκι έξω από το αεροδρόμιο είχαν φυτρώσει άγρια κυκλάμινα. Η γιαγιά λάτρευε τα κυκλάμινα. Κάτω από το αδιάφορο βλέμμα μερικών περαστικών σκάλισα με τα χέρια μου το νωπό χώμα. Έβγαλα προσεκτικά μια ρίζα μαζί με τα λουλούδια και την τύλιξα στο μαντίλι μου. Σκοπεύω να τη φυτέψω στον τάφο της γιαγιάς. Είμαι σίγουρος ότι θα της αρέσει αυτό. Μια φορά είχα πάει μαζί της στο νεκροταφείο για να επισκεφτούμε τον παππού και μου είχε κάνει εντύπωση ότι δεν κρατούσε μαζί της λουλούδια, όπως κάνει όλος ο κόσμος. Όταν την ρώτησα γιατί, αυτή μου χαμογέλασε πονηρά κι έβγαλε από την τσέπη της ένα πλαστικό σακουλάκι γεμάτο σπόρους. «Οι ποθαμένοι λαχταράνε τη ζωή κι όχι το θάνατο», μου είπε. «Από δαύτονε έχουνε μπόλικο. Κι οι νιοράντιδες οι ανθρώποι πάνε και τσου αφήνουνε τσέτο, ένα μάτσο ψόφια φιόρια. Ετούτοι οι σπόροι πάλε, είναι άλλο πράμα. Από το θάνατο του πάππου σου θ’ ανατραφούνε, θα κάμουνε το θάνατο ζωή. Κι άμα ξεβλασταρώσουνε με το καλό, μέσα από τσου χυμούς τους θα σκαρφαλώνει τσι ξάστερες νυχτιές ο πάππους και θα σουλατσάρει πάνω στη γης, ν’ αγναντεύγει ο δόλιος μια ολιά το φεγγάρι που τόσο πολύ αγαπούσε.»

Αυτή πάνω-κάτω ήταν η ιστορία που διηγήθηκα στο γέρο φύλακα του νεκροταφείου για να μ’ αφήσει να μπω μέσα, παρόλο που ήταν ήδη αργά. Δε μπορούσα να περιμένω μέχρι το επόμενο πρωί. Αυτός, ανασήκωσε πρώτα το γκρίζο του κασκέτο για να με δει καλύτερα. Αφού με περιεργάστηκε για λίγο δίχως να μιλήσει, έσπρωξε τη σκουριασμένη καγκελόπορτα και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Παρόλο που έδειχνε πολύ γέρος, περπάταγε με βήμα ανάλαφρο και γοργό.

Το νεκροταφείο ήταν κακοφωτισμένο, μα εκείνο το βράδυ είχε μια τεράστια πανσέληνο που έκανε τη νύχτα μέρα. Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται τα νεκροταφεία. Ιδιαίτερα τη νύχτα. Εγώ όχι. Κι αυτό κληρονομιά της γιαγιάς. Ένα βράδυ, μικρός, όταν της είπα ότι φοβάμαι τα φαντάσματα, μου χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι και μου είπε χαμογελώντας: «Τσου ζωντανούς να σκιάζεσαι τζόγια μου κι όχι τσ’ αποθαμένους. Αυτοί πάει, σχωρέθηκαν πια από τα κρίματα και τα πάθη τσου και σβουντσουρίζουνε αντέσο σα τσι λευτερίδες τσι ρούγες τ’ ουρανού. Λαβόρο άλλο δεν έχουνε θαρρείς παρά να κουπάρονται μ’ ελόου σου;»

Μπροστά ο φύλακας και ξωπίσω του εγώ, περπατούσαμε σιωπηλοί ανάμεσα στα πετροστρωμένα μονοπάτια. Κάποια στιγμή, ο φύλακας στάθηκε μπροστά σ’ ένα παρτέρι με τριανταφυλλιές. Δίπλα, το χώμα ήταν φρεσκοσκαμμένο. Ο φύλακας άναψε ένα κλεφτοφάναρο κι έριξε τη δέσμη του στον πέτρινο σταυρό. Όταν αντίκρισα τη θολή, ασπρόμαυρη φωτογραφία, τα μάτια μου βούρκωσαν. Έκανα το σταυρό μου και γονάτισα. Έβγαλα από την τσέπη το μαντήλι και παράχωσα τη ρίζα στο χώμα.

Μόλις σηκώθηκα, ο φύλακας έριξε τη δέσμη του φακού του στις τριανταφυλλιές. Ανάμεσα στα φύλλα και τ’ ανθισμένα λουλούδια μόλις που διακρινόταν μια μαρμάρινη πλάκα. Τότε κατάλαβα. Δεν ήταν παρτέρι. Ήταν ο τάφος του παππού. Οι σπόροι της γιαγιάς είχαν γίνει πια ολόκληρος θάμνος.

«Δεν ήθελε να μπει στο ίδιο μνήμα με τον πάππου σου,» είπε ο φύλακας σπάζοντας απρόσμενα τη σιωπή του. «Γιατί θα τήνε βάζανε από πάνω του. Και δεν θα ‘τανε πρέπον. Η θέση της έλεγε ήταν δίπλα του, γιατί έτσι είχε ορκιστεί στο Θεό όταν τον παντρεύτηκε.»

Εγώ γύρισα και τον κοίταξα απορημένος.

«Ήμουν πολύ φίλος και με τους δυο τους,» σα να δικαιολογήθηκε. «Από παλιά. Εσύ τον πάππου σου δεν πρέπει να τον γνώρισες, έτσι δεν είναι;»
«Όχι, πέθανε πριν γεννηθώ,» απάντησα. «Μόνο σ’ ένα κάδρο στο σαλόνι τον έχω δει, αλλά η μαμά λέει πως δεν του μοιάζει καθόλου. Σας ευχαριστώ πάντως πάρα πολύ που με αφήσατε να μπω τέτοια ώρα. Μου κάνατε μεγάλη χάρη!»
«Όχι, μάτια μου, δεν την έκανα σ’ εσένα. Σ’ αυτήνε την έκανα,» είπε κι έδειξε τον τάφο της γιαγιάς. «Σ’ αγαπούσε πάρα πολύ. Το ’ξερε ότι θα την επισκεπτόσουν κάποτε εδώ. Γι’ αυτό μου εμπιστεύτηκε ετούτο, να στο δώσω όποτε θα ‘ρχόσουν,» συμπλήρωσε κι έβγαλε κάτι από την τσέπη της μάλλινης ζακέτας του και μου το έδωσε.

Το χέρι του ίσα που άγγιξε το δικό μου, μα θυμάμαι πως ήταν πολύ κρύο, παγωμένο. Κρύο ήταν και το αντικείμενο που άφησε πάνω στην παλάμη μου. Σήκωσα το χέρι ψηλά για να δω καλύτερα κάτω από το φεγγαρόφωτο. Ήταν ένα μικρό χρυσό μήλο, περασμένο σε μια λεπτή αλυσίδα που είχε κουλουριαστεί σα φίδι πάνω στο χέρι μου.

«Αυτό το μήλο το ‘χε χαρίσει ο πάππους στη γιαγιά σου, όταν της έκανε πρόταση γάμου,» μου είπε ο φύλακας. «Ήξερε βλέπεις ότι της αρέσανε πολύ τα παραμύθια, και της το ‘δωκε για να της δείξει ότι γι’ αυτόν, ήταν η πιο έμορφη γυναίκα του κόσμου. Άμα το κοιτάξεις στο φως θα δεις πως γράφει πάνω «τῇ καλλιστῇ» σαν το μήλο της Έριδος, που έδωκε ο Πάρις στη θεά Αφροδίτη. Η γιαγιά σου ήθελε σαν φύγει να το κλερονομήσεις εσύ, που αγαπάς σαν κι αυτήν τα παραμύθια, για να το δώκεις κάποτε στη δική σου Αφροδίτη…»

Φεύγοντας από το νεκροταφείο ευχαρίστησα ακόμα μια φορά τον φύλακα και περπάτησα ως το σπίτι. Δεν ήταν ιδιαίτερα κοντά, αλλά ένιωθα πως είχα πολύ ανάγκη να βρεθώ για λίγο μόνος.

Όταν η μητέρα μου, άνοιξε την πόρτα και με είδε να στέκομαι στο κατώφλι με το σακβουαγιάζ στο χέρι, ξαφνιάστηκε. Έμπηξε μια τόσο δυνατή κραυγή που ο πατέρας και τ’ αδέρφια μου ήρθαν τρέχοντας για να δουν τι είχε συμβεί. Η έκπληξή της όμως ήταν ακόμα μεγαλύτερη, όταν της διηγήθηκα τη νυχτερινή επίσκεψή μου στο νεκροταφείο κι ανέφερα τη συνάντησή μου με το γέρο φύλακα.

«Αγόρι μου,» μου είπε με κάποια δόση δυσπιστίας, «στο νεκροταφείο δεν υπάρχει νυχτοφύλακας εδώ και πολλά χρόνια. Ο τελευταίος νυχτοφύλακας ήταν ο παππούς σου. Μετά απ’ αυτόν, δε βρέθηκε κανείς άλλος που να θέλει να περνά τα βράδια του μαζί με τους νεκρούς.»

Τότε εγώ έβγαλα από την τσέπη μου το χρυσό μήλο και της το έδειξα. Κι αυτή έγινε άσπρη σαν το πανί και σωριάστηκε μεμιάς πάνω στο χαλί.

Όταν καταφέραμε να τη συνεφέρουμε, έσφιξε στη γροθιά της το μήλο για να βεβαιωθεί ότι τα μάτια της δεν τη ξεγελούσαν και μου είπε με φωνή που έτρεμε – από φόβο ή συγκίνηση δε γνωρίζω: «Αυτήν την καδένα την πέρασα εγώ με τα ίδια μου τα χέρια στο λαιμό της μάνας μου σήμερα το πρωί. Ήταν η αγαπημένη της βλέπεις κι ήμουνα σίγουρη πως θα ‘θελε να την πάρει μαζί της…»

16 Φεβ 2009

Μπλακ άουτ


Πηγή εικόνας

Φως. Σιχαίνομαι το φως. Το φως είναι φυλακή. Το σκοτάδι ελευθερία. Μια μικρή κάμαρα πλημυρισμένη με φως μοιάζει κελί. Οι τοίχοι κλείνουν σα μέγγενη γύρω σου και σε πνίγουν. Το ταβάνι κρέμεται απειλητικά πάνω από το κεφάλι σου έτοιμο να σε κατασπαράξει. Οι ανακλάσεις σου πληγώνουν τα μάτια. Φρίκη. Αν κλείσεις όμως τα πατζούρια και τραβήξεις τις κουρτίνες, ο χώρος διαστέλλεται ώσπου ν’ αγγίξει το άπειρο. Τα όρια σβήνουν.

Μια γυναίκα στο μισοσκόταδο είναι η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Το μυαλό γεμίζει τα κενά με ομορφιά, μέχρι που να ’ρθει το καταραμένο το φως και να ξεμπροστιάσει ξεδιάντροπα κάθε ασχήμια. Μια στραβή μύτη, ένα μεγάλο κώλο, δυο αξύριστα πόδια, σπυριά στο πρόσωπο.

Σκοτάδι και όνειρο είναι λέξεις ταυτόσημες. Κι ελπίδα ακόμα. Το φως είναι το κύμα που τ’ όνειρο το σβήνει και την ελπίδα την παίρνει μαζί του μακριά.

Οι πιο πολλοί άνθρωποι φοβούνται το σκοτάδι. Αρχίζουν να βλέπουν φαντάσματα, δαίμονες και τελώνια. Εγώ πάλι, πιστεύω ότι καθένας βλέπει αυτά που κουβαλά μέσα του. Στο φως μπορείς να δεις μόνο το είδωλό σου – τίποτα παραπάνω. Το σκοτάδι είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Γι’ αυτό μάλλον το φοβούνται τόσο…

Οι περισσότερες θρησκείες ισχυρίζονται ότι το φως είναι ο Θεός και πως ο Διάβολος λατρεύει το σκοτάδι. Τότε λοιπόν γιατί τον Διάβολο τον λένε Εωσφόρο; Γιατί αυτός που έφερε στον κόσμο το φως δεν είναι ο Θεός, αλλά ο χειρότερος εχθρός του;

Η αλήθεια χάνεται στου χρόνου τα μονοπάτια, μα εγώ την έμαθα – από πού δεν μπορώ να αποκαλύψω, ούτε καν να σκεφτώ γιατί Αυτός θα τους βρει και θα τους τελειώσει.

Το φως είναι το σαράκι που φύτεψε ο Σατανάς στην καρδιά της Δημιουργίας για να την κατατρώει ύπουλα μέρα με τη μέρα. Κι είναι τόσο πανούργος που τους έκανε όλους να πιστέψουν ότι ήταν δώρο θεϊκό. Μάστορας τρομερός καθώς είναι, το ’φτιαξε με τέχνη περίσσεια. Το σφυρηλάτησε με κομμάτια από του χρυσού την ψυχή και το στόλισε με ιριδισμούς μαγευτικούς και γλυκιά θαλπωρή. Θαμπώθηκαν οι βλάκες οι άνθρωποι σαν το είδαν και το υποδέχτηκαν με τιμές και μεγαλεία. Μέχρι που σα θεό άρχισαν να το προσκυνούν και να θυσιάζουν ή ακόμη και να θυσιάζονται για χάρη του. Μ’ αυτό λοιπόν το τέχνασμα φρόντισε ο Έκπτωτος ν’ αντλεί δύναμη από τους εχθρούς του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τους έβαλε να πολεμάνε το σκοτάδι, που ‘ναι ο Θεός ο ίδιος. Γιατί, αν ρίξεις μια καλή ματιά στο σύμπαν, σκοτάδι θα δεις παντού και όχι φως. Τα λιγοστά φώτα δεν είναι παρά οι πληγές που έχει καταφέρει ο Διάβολος στου Θεού το κορμί.

Μα δε θα το αφήσω εγώ αυτό να συνεχιστεί για πάντα. Όχι τώρα που ξέρω.

Πριν δεκαεφτά χρόνια, όταν παρέκλινα από την πορεία μου για τον Άρη, όλοι πίστεψαν πως έγινε κάποιο λάθος. Ανθρώπινο ή μηχανικό δεν κατάφεραν ποτέ να βγάλουν άκρη. Κι ύστερα, όταν διακόπηκε η επικοινωνία νόμισαν πως ήμουν νεκρός. Αλλά εγώ είχα ένα σχέδιο. Όλοι έχουν.

Τα περισσότερα ουράνια σώματα είναι σκοτεινά. Επειδή τα έπλασε ο Θεός. Μόνο ο Ήλιος γεννά φως. Γιατί εκεί είναι η πηγή του Κακού. Η καρδιά του Κτήνους. Αυτός είναι κι ο τελικός προορισμός μου κι όπου να ’ναι φτάνω.

Το διαστημόπλοιο δε θ’ αντέξει για πολύ ακόμα. Η θερμοκρασία αυξάνεται συνεχώς. Τα όργανα τρελαίνονται. Οι μηχανές έχουν καταστραφεί, αλλά δεν τις χρειάζομαι πια. Είμαι όσο κοντά χρειάζεται. Η έκρηξη δε θα’ ναι μεγάλη, μα θα ξεκινήσει την αλυσιδωτή αντίδραση που θα επιταχύνει το Τέλος. Κάνω τον ίδιο υπολογισμό ξανά και ξανά τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είναι σωστός. Είμαι σίγουρος.

Ξέρω καλά πως αυτός ο ήλιος είναι μόνο ένας από τους πολλούς. Αυτό λοιπόν που κάνω δεν είναι παρά μόνο η αρχή. Μια πρώτη λαβωματιά που θ’ αποδείξει ότι το Θηρίο μπορεί να νικηθεί. Ελπίζω ότι μετά από μένα θ’ ακολουθήσουν κι άλλοι. Γι’ αυτό άλλωστε έσπασα τη σιωπή μου κι εκπέμπω αυτό το τελευταίο μήνυμα. Τώρα γνωρίζετε όλοι. Το φως πρέπει επιτέλους να σβήσει.

Εκκίνηση αντίστροφης μέτρησης: 5...4...3...2...1...και εγένετο σκότος…

3 Φεβ 2009

Ο Ταξιδιώτης


Πηγή εικόνας

«Καλημέρα Μπόρις!» μου φώναξε από μακριά το κορίτσι από τον πάγκο με τα καλλυντικά και κούνησε μ’ ενθουσιασμό το χέρι για να με χαιρετήσει. Εγώ απλά της έγνεψα σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι, αφού και τα δυο χέρια μου ήταν πιασμένα. Μια ελαφρώς ξεχαρβαλωμένη πάνινη βαλίτσα στο ένα κι ένα διαφημιστικό σακ βουαγιάζ – προσφορά από κάποιο περιοδικό – στο άλλο.

Έριξα μια βιαστική ματιά στο ρολόι που κρεμόταν από το ταβάνι του τέρμιναλ και συνειδητοποίησα ότι ήμουν αργοπορημένος – κάτι που δεν το συνηθίζω. Η πτήση για Λονδίνο έφευγε στις δέκα παρά πέντε και ήταν ήδη εννιάμιση. Θα έπρεπε να είχα περάσει από τον έλεγχο εισιτηρίων τουλάχιστον πριν από είκοσι λεπτά. Άνοιξα το βήμα. Ήμουν κάπως βαριά ντυμένος – είχα διαβάσει στο Ίντερνετ ότι έκανε ψοφόκρυο αυτήν την εποχή στη Βρετανία. Ένιωθα το σώμα μου να βράζει κάτω από το μάλλινο πουλόβερ. Μερικές σταγόνες ιδρώτα ξεπρόβαλαν σαν πρωινές δροσοσταλίδες πάνω στο μέτωπό μου.

Αγνόησα το ασανσέρ και τις κυλιόμενες σκάλες και άρχισα να ανεβαίνω τα μαρμάρινα σκαλιά. Κάθε σκαλί που ανέβαινα, αυξάνονταν οι παλμοί της καρδιάς μου. Ένιωσα τη φλέβα στο κούτελό μου να χτυπά ξέφρενα σα ταμπούρλο. Ευτυχώς τουλάχιστον που οι αποσκευές μου δεν ήταν βαριές.

Έφτασα στην κορυφή αγκομαχώντας. Σταμάτησα και πήρα μια βαθιά ανάσα. «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας,» καθησύχασα τον εαυτό μου, «το ξέρουν όλοι ότι σήμερα ταξιδεύω για Λονδίνο, τους ειδοποίησα χτες επιστρέφοντας από Λισσαβώνα. Δε μπορεί, εμένα θα με περιμένουν. Αυτήν την πτήση δεν πρέπει να τη χάσω.»

Άρχισα να τρέχω. Οι αποσκευές μπλέκονταν συνέχεια στα πόδια μου. Φτάνοντας στο γκισέ της διακεκριμένης θέσης, σκόνταψα στη βαλίτσα μου και σωριάστηκα πάνω στο κόκκινο χαλί. Σήκωσα τα μάτια με αγωνία. Πάγωσα! Δεν ήταν κανείς εκεί...

«Έι, Φάμπιο!» άκουσα να λέει τραγουδιστά μια οικεία φωνή πίσω από την πλάτη μου. «Τι κάνεις εκεί κάτω; Το έριξες στην ξάπλα;»

Δίχως να σηκωθώ, γύρισα το κεφάλι. Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν δυο στρογγυλά γόνατα. Το ένα ελαφρώς κοκκινισμένο. Το βλέμμα μου ακολούθησε τη γραμμή των ποδιών που χάνονταν λίγο πιο πάνω, κάτω από μια κοντή μπλε φούστα με κίτρινη ρίγα στο πλάι.

«Τι κοιτάς εκεί πονηρούλη; Σήκω πάνω,» άκουσα, κι ένα λεπτοκαμωμένο χέρι ξεδιπλώθηκε μπροστά στο πρόσωπό μου. Στον αντιχείρα ήταν περασμένο ένα ασημένιο σκαλιστό δαχτυλίδι, ενώ στο κάτω μέρος του καρπού υπήρχε ένα μικροσκοπικό τατουάζ – ένα πεφταστέρι.

«Σύλβια,» σκέφτηκα κι ένιωσα μια γλυκιά ρίγη να με διαπερνά σαν μικρό ηλεκτροσόκ. Έπιασα τρυφερά με το ένα μου χέρι το δικό της και χρησιμοποίησα το άλλο για στήριγμα.

Στάθηκα μια στιγμή απέναντί της και την κοίταξα σαν να την έβλεπα για πρώτη φορά. Ούτε ψηλή, ούτε κοντή. Ούτε λεπτή, ούτε χοντρή. Ακριβώς όπως πρέπει. Μαλλιά κοντά ως το σβέρκο, ξανθά. Μάτια γαλάζια, σχεδόν παιδικά που όταν σε κοιτούν σε αναγκάζουν να στρέψεις αλλού το βλέμμα. Χείλη πλούσια, σαρκώδη – σε κάνουν να ζηλεύεις κάθε λέξη που τ’ αγγίζει καθώς βγαίνει από μέσα τους. Αχ, και να ’μουν για μια στιγμή μια λέξη, μια τόση δα λεξούλα πάνω σ’ αυτά τα χείλη – ακόμη κι ένα «αντίο» ή έστω ένα «μη».

«Άργησες σήμερα κι ανησυχήσαμε,» είπε η Σύλβια τη στιγμή που το βλέμμα μου βυθιζόταν στο σημείο πάνω από το τελευταίο κλειστό κουμπί του πουκαμίσου της.

Έβγαλε από την τσέπη του ταγιέρ της μερικά χαρτιά και τα κούνησε επιδεικτικά, αποσπώντας την προσοχή μου από το πλούσιο μπούστο της. «Όπως βλέπεις δε σε ξέχασα. Έτοιμα στα έχω όλα. Κοίτα! Σου κράτησα την αγαπημένη σου θέση, 1Α. Άφησε τα πράγματά σου εδώ και θα τα φροντίσω εγώ. Εσύ μόνο βιάσου, γιατί σε περιμένει ένα σωρό κόσμος. Άντε, καλό ταξίδι!»

Έσκυψε προς το μέρος μου κι ένιωσα το άρωμά της να ποτίζει το σώμα μου σα φθινοπωρινή βροχή. Άρωμα αεροδρομίου, ανάμεικτο με μικρές δόσεις ελευθερίας, ανείπωτων υποσχέσεων και ανεκπλήρωτων ονείρων. Μου έδωσε ένα υγρό φιλί κοντά στο αυτί. Μετά, μου έβαλε τα εισιτήρια στην τσέπη κι έκανε ένα βηματάκι πίσω. Με κοίταξε διερευνητικά από την κορφή ως τα νύχια, μου ίσιωσε λίγο την καμπαρντίνα στους ώμους και μου έσφιξε τον κόμπο της γραβάτας. «Κούκλος είσαι! Άντε βιάσου τώρα!» είπε και μου έδωσε ένα ελαφρύ μπατσάκι στον ποπό. Εγώ δεν μπορούσα να βρω κάτι έξυπνο να πω κι έτσι απλά γύρισα την πλάτη κι έφυγα σαν υπνωτισμένος.

Ούτε κατάλαβα πότε έφτασα στον έλεγχο χειραποσκευών. Από τον προσωρινό μου λήθαργο με έβγαλε το ξέφρενο «μπιπ, μπιπ» του μηχανήματος. Κοντοστάθηκα κι έκανα να γυρίσω πίσω για να ξαναπεράσω. «Μην ανησυχείς Ντομινίκ,» με σταμάτησε ο υπεύθυνος ασφαλείας. «Ξέρω ότι είσαι ΟΚ. Μπορείς να πηγαίνεις. Καλό ταξίδι.»

Έγνεψα ευχαριστώ και προχώρησα βιαστικά προς την πύλη μου. Έξω από τη μεγάλη τζαμαρία είδα το αεροπλάνο που το έλουζε η καταρρακτώδης βροχή. Ένα πανέμορφο Boeing 737-400. Μήκος 36,45 μ., ύψος 11,1 μ., άνοιγμα πτερυγίων 28,88 μ., κινητήρες CFM56-3C1, ταχύτητα ταξιδιού 830 χλμ./ώρα, μέγιστη αυτονομία 4,5 ώρες/4.700 χμ., χωρητικότητα 156 επιβάτες.

Γνωρίζω τα πάντα για τ’ αεροπλάνα. Κάθε λεπτομέρεια, κάθε πληροφορία. Όχι, δεν είμαι μηχανικός αεροσκαφών ή κάτι τέτοιο. Απλά τα τελευταία δέκα χρόνια ταξιδεύω κάθε μέρα. Μερικές φορές και δυο φορές τη μέρα. Σε ολόκληρο τον κόσμο.

Τ’ αεροπλάνο ήταν σταματημένο στη μέση της πίστας. Είχαν ήδη απομακρύνει την πίσω σκάλα, αλλά η μπροστινή ήταν ακόμα στη θέση της. «Για μένα,» σκέφτηκα και, μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά, προχώρησα στην έξοδο.

«Καλώς ’τόνε κι ας άργησε,» με πείραξε η αεροσυνοδός εδάφους μόλις με είδε. Ήταν η Έλεν. Πιο μεγάλη σε ηλικία και σίγουρα όχι τόσο όμορφη όσο η Σύλβια, αλλά εξίσου γλυκιά και καλή μαζί μου. Έτεινα το εισιτήριο προς το μέρος της.

«Διαβατήριο παρακαλώ;» με ρώτησε με ψυχρό, τυπικό ύφος. Εγώ τα ’χασα κι άρχισα να ψάχνω τις τσέπες μου.
«Σε ψάρωσα ε;» γέλασε η Έλεν. «Αχ και να ’βλεπες τη φάτσα σου!»

Γέλασα αμήχανα. Δε μ’ αρέσει καθόλου να με πιάνουν κοροΐδο. Από την άλλη βέβαια, μ’ αρέσει να κάνω τις γυναίκες να γελάνε. Ιδιαίτερα τη Σύλβια. Κάπου διάβασα, ότι στις γυναίκες αρέσουν οι άντρες που τις κάνουν να γελούν. Η Έλεν θα πρέπει να με γουστάρει τρελά. Όλο με πειράζει. Ίσως επιστρέφοντας από κάποιο ταξίδι να της ζητήσω να βγούμε. Όχι γιατί θέλω να συμβεί κάτι μεταξύ μας. Μόνο και μόνο για να κάνω τη Σύλβια να ζηλέψει.

Πήρα το απόκομμα και βγήκα έξω. Παρόλο που έβρεχε δεν υπήρχε κάποιο αυτοκίνητο να με περιμένει. Μόνο ο Αμίρ, ο μελαψός σεκιουριτάς μισοκρυμμένος κάτω από μια τεράστια μαύρη ομπρέλα. «Γεια σου Τζακ. Υπέθεσα ότι θα προτιμούσες να περπατήσεις» μου είπε και μου έκανε νόημα να μπω κι εγώ κάτω από την ομπρέλα.

Περπατήσαμε μες στη βροχή, ο ένας κολλημένος σχεδόν πάνω στον άλλο, προσπαθώντας ν’ αποφεύγουμε τις λακκούβες. Είχε πολύ πλάκα. Έμοιαζε σαν κάποιο αυτοσχέδιο παιδικό παιχνίδι. Όταν φτάσαμε στη βάση της σιδερένιας σκάλας, ο Αμίρ φόρεσε την κουκούλα του μπουφάν του και μου έδωσε την ομπρέλα. «Κράτα τη, θα σου χρειαστεί. Καλό ταξίδι!»

Του έσφιξα το χέρι κι ανέβηκα στη σκάλα. Καθώς πλησίαζα στο άνοιγμα της πόρτας αισθάνθηκα τη γλυκιά θαλπωρή της καμπίνας που ξεχυνόταν μέσα στην παγωμένη ατμόσφαιρα. Όταν έφτασα στην κορυφή, η μυρωδιά φρεσκοφτιαγμένου καφέ και ζεστών κρουασάν χτύπησε τα ρουθούνια μου. Το στομάχι μου γουργούρισε. Μες στη βιασύνη μου δεν είχα προλάβει να φάω πρωινό.

Μια πιτσιρίκα αεροσυνοδός με μελιά μάτια με περίμενε λίγο πιο μέσα από την πόρτα, προσπαθώντας να καλυφθεί από τις ριπές της βροχής που έσπρωχνε ο αέρας προς το μέρος της. «Δεν την έχω ξαναδεί αυτή, πρέπει να είναι καινούργια» σκέφτηκα, «ευκαιρία για μια νέα γνωριμία». Έκλεισα την ομπρέλα και μπήκα στο αεροπλάνο σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι.

Τα πρόσωπά μας ήρθαν πολύ κοντά. Την κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια και είπα: «Καλημέρα, με λένε Άρθουρ. Εσένα;»

-------------

Όταν κατέβηκα από το αεροπλάνο ακόμα έβρεχε. Βγήκα στη σκάλα, αλλά δεν άνοιξα την ομπρέλα. Μου άρεσε η αίσθηση της βροχής πάνω στο πρόσωπό μου. Μέσα από το αεροπλάνο, η Κάθριν, η αεροσυνοδός με τα μελιά μάτια, μου έκλεισε το μάτι και με χαιρέτησε. Κατέβηκα με αργό βήμα τα σκαλιά. Άλλο ένα ταξίδι είχε φτάσει στο τέλος του.

Κοίταξα προς το τέρμιναλ και είδα να έρχεται τρέχοντας προς το μέρος μου η Έλεν, κρατώντας ένα αδιάβροχο. Ώσπου να κατέβω, είχε φτάσει κοντά μου.

«Καλά τρελός είσαι και δεν ανοίγεις την ομπρέλα σου με τέτοια καταιγίδα;» με μάλωσε και με κουκούλωσε με το αδιάβροχο.
«Γεια σου Έλεν,» είπα. «Μόλις γύρισα!»
«Το ξέρω, το ξέρω. Πάντα γυρνάς.»

Μπήκαμε στην αίθουσα των αφίξεων. Ο κόσμος συνωστιζόταν γύρω από τις κυλιόμενες ταινίες αποσκευών, σα μέλισσες γύρω από την κυψέλη τους. Το στομάχι μου γουργούρισε.
«Νηστικός είσαι;» ρώτησε η Έλεν.
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι. Η Έλεν πέρασε το μπράτσο της μέσα από το δικό μου και με τράβηξε με δύναμη. «Πάμε στην καφετέρια. Έχω μισή ώρα κενό μέχρι την επόμενη πτήση. Κερνάω!»

Οι τελωνιακοί μας χαιρέτησαν αδιάφορα καθώς περνούσαμε τις αυτόματες πόρτες. Ανοίξαμε δρόμο ανάμεσα στον κόσμο που περίμενε έξω από την αίθουσα και ακολουθήσαμε τη διαδρομή προς την καφετέρια. Σταματήσαμε μπροστά στις κυλιόμενες σκάλες.
«Ναι ξέρω,» είπε η Έλεν. «Δεν σε πειράζει αν εγώ...» κι έδειξε την κυλιόμενη σκάλα.
Έγνευσα «όχι» κι άρχισα ν’ ανεβαίνω τα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Η Έλεν φρόντιζε να είναι πάντα δίπλα μου κατεβαίνοντας όποτε χρειαζόταν κάποιο σκαλοπάτι της κυλιόμενης σκάλας.

«Να! Έχει ένα άδειο τραπέζι, εκεί στο βάθος. Κάθισε εσύ κι εγώ θα σου φέρω πρωινό,» είπε η Έλεν και χάθηκε μέσα στον κόσμο.

Πριν προλάβω να καθίσω, άκουσα μια φωνή. «Φάμπιο, Φάμπιο, έλα γρήγορα!»
Ήταν η Σύλβια. Βρισκόταν στην άλλη άκρη της καφετέριας και μου έκανε νόημα να πάω εκεί. Χωρίς να το πολυσκεφτώ σηκώθηκα και πήγα κοντά της. Μόλις πλησίασα, με αγκάλιασε και μου ψιθύρισε στο αυτί: «Σου έχω μια μεγάλη έκπληξη! Έλα μαζί μου».

Οι παλμοί μου ανέβηκαν κατακόρυφα. Ένιωσα ένα κάψιμο χαμηλά στο υπογάστριο. Χωρίς να μιλήσω, γύρισα και κοίταξα προς το σημείο που πριν από λίγο είχε χαθεί η Έλεν. Η Σύλβια κατάλαβε. «Μην ανησυχείς για την Έλεν, ξέρει. Θα την ειδοποιήσω από τον ασύρματο να έρθει να μας βρει.»

Αφήσαμε πίσω μας την πολύβουη καφετέρια και κατευθυνθήκαμε προς το σαλόνι της διακεκριμένης θέσης. Λίγα μέτρα πριν φτάσουμε, κάναμε μια απότομη στροφή ενενήντα μοιρών και στριμωχτήκαμε σ’ ένα στενό διάδρομο. Μπροστά μας ήταν μια μπλε πόρτα. Η Σύλβια την ξεκλείδωσε και περάσαμε μέσα. Ο χώρος ήταν σχεδόν άδειος. Υπήρχαν μόνο δυο ράντζα και μια ξύλινη καρέκλα.

«Πάω στοίχημα ότι δεν έχεις ξανάρθει ποτέ εδώ,» είπε η Σύλβια. «Είναι η καβάτζα μας για τις δύσκολες ώρες. Ή όποτε κάτσει κάτι καλό...» συμπλήρωσε και μου έκλεισε πονηρά το μάτι. «Μη στέκεσαι έτσι σαν κούτσουρο. Κάθισε. Θα πρέπει να είσαι κουρασμένος από το ταξίδι. Λύσε λίγο τη γραβάτα σου και βγάλε το σακάκι. Χαλάρωσε...»

Έβγαλα το σακάκι με τόσο απότομες κινήσεις που κόντεψα να το σκίσω. Το δίπλωσα άτσαλα πάνω στο ένα ράντζο και κάθισα στο άλλο με τα χέρια σταυρωμένα. Ήμουν σε πλήρη σύγχυση. Προσπαθούσα να καταλάβω αν αυτά που γίνονταν ήταν αλήθεια ή αν ονειρευόμουν.

«Ουφ! Ζέστη έχει εδώ μέσα,» είπε η Σύλβια κι αφού έβγαλε το ταγιέρ της, το πέταξε στην καρέκλα. Μέσα από το λευκό της πουκάμισο διαγράφονταν ξεκάθαρα οι γραμμές του σουτιέν της. Προσπάθησα με τα χέρια μου να κρύψω το φούσκωμα που είχε αρχίσει να δημιουργείται στο παντελόνι μου.

Η πόρτα άνοιξε και ξεπρόβαλε το κεφάλι της Έλεν. «Ώστε εδώ είσαστε πουλάκια μου!» είπε και μπαίνοντας έλυσε το φουλάρι από το λαιμό της.

Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Αυτό που συνέβαινε ξεπερνούσε ακόμα και την πιο τρελή μου φαντασίωση. Η Σύλβια ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Η Έλεν κάθισε από την άλλη πλευρά. «Τελικά υπάρχει Θεός,» σκέφτηκα. Το αίμα μέσα στο κορμί μου έβραζε.

«Κλείσε τα μάτια σου και μην κλέβεις, γιατί θα χαλάσεις την έκπληξη,» είπε μια από τις δύο – δε μπορώ αν θυμηθώ πλέον πια.

Έκλεισα τα μάτια κι ένιωσα να ζαλίζομαι. Άκουσα το τρίξιμο της πόρτας που άνοιγε και μετά τον ήχο από τακούνια. «Δεν το πιστεύω! Κι άλλη;» σκέφτηκα, ενώ κόντευα να λιποθυμήσω από την επιθυμία, που με είχε πλέον κυριεύσει.

«Εντάξει, μπορείς να τ’ ανοίξεις τώρα...» άκουσα.
Και τα άνοιξα. Όντως αυτό που αντίκρισα ήταν μια έκπληξη. Μια έκπληξη με έψιλον κεφαλαίο. Σίγουρα όμως, όχι μια ευχάριστη έκπληξη.

Απέναντί μου, μπροστά στην ανοιχτή πόρτα, στεκόταν ένας ηλικιωμένος κύριος ντυμένος με παλιομοδίτικη μπλε μαρέν ρεντιγκότα και γκρι φανελένιο παντελόνι. Στο κεφάλι φορούσε ένα ημίψηλο καπέλο και στα χέρια λευκά γάντια. Πάνω στη γαμψή του μύτη, ήταν στερεωμένο ένα ζευγάρι στρογγυλά χρυσά γυαλιά δεμένα με λεπτή καδένα. Κάτω από τη μύτη, κρεμόταν ένα παχύ λευκό μουστάκι με τσιγκελωτές άκρες.

«Αντόνιο Λομπρόζο,» συστήθηκε με επισημότητα μόλις βεβαιώθηκε ότι τα μάτια μου ήταν ανοιχτά κι έκανε μια βαθιά υπόκλιση βγάζοντας το καπέλο του. Καθώς έσκυψε, τα γυαλιά γλίστρησαν από τη μύτη του κι αιωρήθηκαν στο κενό. Ο ηλικιωμένος κύριος τα έπιασε και τα ξανατοποθέτησε στη θέση τους.

Εγώ τον κοίταζα αποχαυνωμένος. Το φούσκωμα στο παντελόνι μου υποχώρησε απότομα. Αυτός συνέχισε να μιλά.
«Δε χρειάζεται να μου συστηθείτε. Έτσι κι αλλιώς, απ’ ότι έμαθα, το όνομα που θα μου πείτε δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι φίλοι σας εδώ στο αεροδρόμιο – κι έχετε πάρα πολλούς πρέπει να ομολογήσω – μου μίλησαν για εσάς. Όχι από κουτσομπολιό – μην τους παρεξηγήσετε. Από αγάπη...»
«Ναι, ναι,» τον σιγοντάρισε η Σύλβια. «Όλοι σε αγαπάμε εδώ πολύ, το ξέρεις αυτό, δεν το ξέρεις;»
«Πολύ σε αγαπάμε,» είπε κι η Έλεν και μου χάιδεψε την πλάτη.

Αυτή η ξαφνική επίθεση αγάπης με τρόμαξε λίγο. Συνήθως αυτά είναι πράγματα που λένε σε κάποιον λίγο πριν τα τινάξει. Αλλά εγώ τέτοιο σκοπό δεν είχα –απ’ όσο γνώριζα τουλάχιστον. Ο ηλικιωμένος κύριος αντιλήφθηκε μάλλον την ανησυχία μου και βιάστηκε να με καθησυχάσει.
«Μη φοβάστε. Είμαι εδώ για να σας βοηθήσω.»
«Μα εγώ δε χρειάζομαι βοήθεια,» είπα χωρίς να το πολυσκεφτώ.
«Είναι σχετικά με το, πώς να το πω, το προβληματάκι που έχετε;»
«Προβληματάκι;» ρώτησα και το πρόσωπό μου άρχισε κοκκίνισε ελαφρά.
«Κυρίες μου νομίζω πως είναι καλύτερα να μας αφήσετε μόνους για λίγο,» είπε ο ηλικιωμένος κύριος κι έβγαλε τα γάντια του.

«Ναι, άλλωστε πρέπει να γυρίσω στο γκισέ,» είπε η Έλεν και, πριν φύγει, μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. «Τα λέμε μετά.»
«Εγώ θα περιμένω εδώ, έξω από την πόρτα. Αν με χρειαστείτε κάτι φωνάξτε με,» είπε η Σύλβια και προς μεγάλη μου απογοήτευση πήρε το σακάκι της και βγήκε χωρίς να με φιλήσει.

«Λοιπόν, τώρα που μείναμε μόνοι νομίζω πως μπορούμε να μιλάμε ανοιχτά, ως άντρας προς άντρα,» είπε ο κύριος Λαμπρόζο και κάθισε στην καρέκλα απέναντί μου, καμπουριάζοντας ελαφρά για να φέρει το πρόσωπό του ακριβώς απέναντι από το δικό μου. «Γνωρίζω πως έχετε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα με τις μετακινήσεις, έτσι δεν είναι;»

Εγώ δε γουστάρω καθόλου να μιλάω γι’ αυτό. Μα αυτός ο γεράκος είχε κάτι στα μάτια – μια λάμψη, μια γυαλάδα – που για κάποιο απροσδιόριστο λόγο δε μου άφηνε περιθώρια για περιστροφές ή αντιρρήσεις.
«Η αλήθεια είναι πως ακόμα και στις κυλιόμενες σκάλες ανακατεύομαι,» ομολόγησα. «Δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω κανένα μέσο μεταφοράς. Ούτε καν το ασανσέρ. Αν χρειαστεί ν’ ανέβω έστω και δυο ορόφους, μπορεί ενδιάμεσα να πεθάνω από τους αλλεπάλληλους εμετούς. Φάρμακο δεν υπάρχει κανένα για την περίπτωσή μου. Πιστέψτε με. Αλλά εσάς τι σας νοιάζει;»
«Εγώ μπορώ να σας βοηθήσω.»
«Να με βοηθήσετε; Πως;»
«Είμαι υπνωτιστής. Ένας από τρεις καλύτερους στον κόσμο, ίσως και ο καλύτερος – αν πιστεύει κανείς αυτά που γράφουν οι εφημερίδες. Η πελατεία μου περιλαμβάνει τους κροίσους και τους ισχυρούς αυτού του πλανήτη. Με τη δύναμη του μυαλού μπορώ να θεραπεύω περιπτώσεις που η Επιστήμη, ή ακόμη και η Εκκλησία, σηκώνουν ψηλά τα χέρια.»
«Ενδιαφέρον ακούγεται. Αλλά, γιατί εμένα; Ούτε κροίσος είμαι, και σίγουρα ούτε και ισχυρός.»
«Έμαθα τυχαία για εσάς από τους ανθρώπους του αεροδρομίου. Μου είπαν για την απίστευτη αγάπη σας για τα ταξίδια, αλλά και για το πρόβλημα που σας εμποδίζει να πραγματοποιήσετε το όνειρό σας. Μου είπαν και για το «παιχνίδι» που παίζετε μαζί τους καθημερινά τα τελευταία δέκα χρόνια. Το αστείο είναι ότι κανείς δε γνωρίζει το πραγματικό σας όνομα. Όταν μιλούν για εσάς μεταξύ τους, σας αποκαλούν «ο Ταξιδιώτης». Αν δε γίνομαι αδιάκριτος, γιατί το κάνετε αυτό;»
«Όπως είπατε κι εσείς, είναι απλά ένα παιχνίδι. Κάθε ταξίδι, ή μάλλον κάθε φανταστικό ταξίδι, και άλλο όνομα, άλλη ταυτότητα. Αυτό κάνει τα πράγματα – για μένα τουλάχιστον, πιο αληθινά, πιο πιστευτά. Όταν δεν είμαι εγώ, είμαι κάποιος άλλος. Κάποιος που μπορεί να ταξιδεύει παντού δίχως πρόβλημα. Το πραγματικό μου όνομα δεν έχει καμιά σημασία. Γιατί αυτός που το έχει, έχει και το πρόβλημα. Όλοι οι άλλοι είναι μια χαρά.»
«Αφήστε με λοιπόν να σας βοηθήσω. Ειλικρινά το θέλω τόσο πολύ. Μ’ έχει συγκινήσει βαθύτατα η προσήλωση που δείχνετε στο όνειρό σας. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση σας θα είχε από καιρό καμθεί και θα τα είχε παρατήσει. Ήμουν κι εγώ κάποτε νέος με όνειρα και ξέρω.»

Δίχως να πω κάτι σηκώθηκα από το ράντζο και φόρεσα το σακάκι μου.
«Μα που πάτε; Φεύγετε;» απόρησε ο κύριος Λομπρόζο.
«Ναι», απάντησα κάπως απότομα. «Εκτιμώ το ειλικρινές σας ενδιαφέρον και σας ευχαριστώ για τη βοήθεια που θέλετε να μου προσφέρετε ανιδιοτελώς. Μόνο, που – δε θέλω να σας προσβάλω – αλλά φοβάμαι πως θα πρέπει να την αρνηθώ.»
«Να την αρνηθείτε; Μα, γιατί;» ρώτησε έκπληκτος ο κύριος Λομπρόζο.
«Γιατί αν τελικά καταφέρετε να με γιατρέψετε θα είμαι αναγκασμένος να ταξιδεύω μόνο όπου μπορώ, ενώ τώρα μπορώ να ταξιδεύω όπου θέλω…»

18 Ιαν 2009

Τελεία


Πηγή εικόνας

(Σημείωση: Οι λέξεις που αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα - εκτός από τα κύρια ονομάτα - αποτελούν ταυτόχρονα την τελευταία λέξη μιας πρότασης και την πρώτη της αμέσως επόμενης)

Θέλω να σας διηγηθώ μια Ιστορία, κάπως αλλόκοτη, μα πέρα για πέρα Αληθινή, όσο και το βιβλίο που αυτή τη στιγμή κρατάτε στα χέρια Σας υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος και να μη σας κουράσω με Λεπτομέρειες, τις οποίες για να είμαι ειλικρινής, ούτε κι εγώ καλά-καλά δε Θυμάμαι κυρίως σκηνές θολές με χρώματα ξεβαμμένα, λες κι ήταν κάποιο Όνειρο, όμως δεν πρέπει να ήταν, αφού έχω ακόμα στο μάγουλό μου αδιάψευστη απόδειξη το Σημάδι, που όπως θα δείτε παρακάτω, έγινε εκείνο το παράξενο Βράδυ κρύο και σκοτεινό ήταν, στα μέσα του Γενάρη, κι Έβρεχε καταρρακτωδώς λες κι η θάλασσα είχε πάρει τη θέση τ’ ουρανού κι έπεφτε πάνω στα κεφάλια των Ανθρώπων που έτρεχαν πανικόβλητοι σαν τρομαγμένα ποντίκια, αναζητώντας κάποιο πρόσκαιρο Καταφύγιο έψαχνα κι εγώ, κι έτσι όταν είδα να αχνοφέγγει ένα φως πίσω από το βρώμικο τζαμάκι της πόρτας, χωρίς να το πολυσκεφτώ την έσπρωξα και μπήκα Μέσα σε κάποιο χώρο που δεν ήμουν σίγουρος τι ακριβώς ήταν, αλλά έμοιαζε με κάποιου είδους Βιβλιοπωλείο, από εκείνα τα παλιά, με τις σκαλισμένες ξύλινες βιβλιοθήκες και το χάλκινο κουδουνάκι κρεμασμένο πάνω από την πόρτα ν’ αναγγέλλει τους Πελάτες πάντως δεν υπήρχαν άλλοι εκτός από Εμένα αυτό δε μου φάνηκε και πολύ περίεργο, καθώς δε θα μπορούσα να φανταστώ και πολλούς που θα αισθάνονταν άνετα μέσα σ’ αυτόν τον ανατριχιαστικό Χώρο, που έμοιαζε ξεχασμένος από τους ανθρώπους αλλά και από τον ίδιο το Χρόνο, λόγω της καταιγίδας, είχα πολύ στη διάθεσή μου, καθώς και μπόλικη Περιέργεια ν’ ανακαλύψω τι πραγματικά ήταν αυτό το παράξενο μέρος με τα σκοροφαγωμένα Βιβλία υπήρχαν παντού, στα ράφια, στα τραπέζια, ακόμα και στο πάτωμα ήταν Στοιβαγμένα και θαμμένα κάτω από ένα παχύ στρώμα λευκής Σκόνης που σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου ανάσα, ανασηκωνόταν στον αέρα κι έκανε την ατμόσφαιρα ακόμα πιο βαριά και Αποπνικτική ήταν κι η έντονη μυρωδιά της μούχλας που νόμιζες πως θα μπορούσες να την κόψεις με το Μαχαίρι δεν είχα φυσικά μαζί, οπότε προσπαθούσα, όσο αυτό ήταν δυνατόν, να κρατάω την αναπνοή Μου πήρε κάποια ώρα να συνηθίσω, αλλά μετά από λίγο δεν είχα πλέον κανένα Πρόβλημα βέβαια ήταν ότι δεν ήξερα αν είχα το δικαίωμα να βρίσκομαι εκεί, ή αν άθελά μου είχα παραβιάσει το σπίτι κάποιου άγνωστου Ανθρώπου ίσως ηλικιωμένου, που λόγω άνοιας είχε ξεχάσει να κλειδώσει την πόρτα ή ακόμα χειρότερα κάποιου παρανοϊκού Δολοφόνου που χρησιμοποιούσε τη μέθοδο αυτή για να παγιδεύει τ’ ανυποψίαστα θύματά του, σκοτεινές και κρύες νύχτες σαν κι Αυτή η τελευταία σκέψη μ’ έκανε ν’ αναριγήσω από φόβο και να αποφασίσω να φύγω, αλλά άλλαξα γρήγορα γνώμη όταν άκουσα τα δυνατά μπουμπουνητά από την καταιγίδα που καλά κρατούσε Ακόμα κι αν έβγαινα έξω δε θα μπορούσα να πάω πολύ μακριά, οπότε πολύ πιθανόν να κατέληγα σε κάποιο άλλο μέρος σαν κι Αυτό τουλάχιστον, προς το παρόν, φαινόταν ήσυχο και ασφαλές, δίχως κάποιον ορατό Κίνδυνο πραγματικό, γιατί στο μυαλό μου είχα ήδη δολοφονηθεί με περισσότερους τρόπους απ’ όσους Ήξερα, ότι αυτό που θα έπρεπε να είχα κάνει εξαρχής, ήταν να πω κάτι φωναχτά, ίσως κάποιο «συγνώμη» ή οποιαδήποτε άλλη Λέξη που θα δήλωνε ανοιχτά την παρουσία μου, μην αφήνοντας περιθώριο για οποιαδήποτε Παρεξήγηση βλέπετε, μπορεί να συμβεί εύκολα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ειδικά αν η πόρτα έχει ξεχαστεί ανοιχτή από Λάθος μου λοιπόν, το παραδέχομαι, που δε μίλησα, αλλά ευτυχώς δε μου βγήκε σε Κακό ήταν που, όταν τελικά αποφάσισα ν’ απλώσω το χέρι μου σ’ ένα βιβλίο, διάλεξα εκείνο το Μεγάλο και βαρύ, με δερματόδετο εξώφυλλο, έντεχνα τοποθετημένο στον πάτο μιας μεγάλης Στοίβας ψηλής και θεόστραβης σαν της Πίζας τον Πύργο έκαναν τα βιβλία κι εγώ για κάποιο απροσδιόριστο λόγο διάλεξα να πιάσω αυτό που ήταν η βάση – γιατί μην το Ψάχνετε κάτι; με ρώτησε, μόλις το άγγιξα, μια λεπτή, τρεμάμενη, Φωνή που έκανε τα ύπατά μου να κοπούν και το χέρι μου να τιναχτεί στον αέρα Απότομα γκρεμίστηκε ευθύς κι ο πύργος με τα βιβλία που έπεσαν προς τα πάνω μου, αλλά εγώ, μες την τρομάρα μου, καθόλου δεν Κουνήθηκα όμως για τα καλά όταν, πέφτοντας, χαράκωσε βαθιά το μάγουλό μου ένα από Αυτά συνέβησαν μέσα σε μια στιγμή, αλλά εμένα μου φάνηκε ότι διήρκεσαν Ώρες, ώρες, με τσούζει ακόμα η πληγή κι έτσι δε μ’ αφήνει να τα Ξεχνώ μόνο τι ήταν αυτό που απάντησα, τι ήταν το πρώτο πράγμα που Είπα σίγουρα κάτι για τη βροχή, κάτι για τον καιρό, κι ύστερα θυμάμαι ρώτησα για τα Βιβλία που δε φαινόταν να τα χρησιμοποιεί κανείς, ούτε να τα έχει πρόσφατα ξεφυλλίσει κάποιος θέλοντας ν’ αποφασίσει αν θ’ αγοράσει κάποιο Ίσως τότε να πρέπει να μένουν κλειστά, μου είχε πει, γιατί όποιος τα διαβάζει Αλλάζει για πάντα κι αυτό δεν είναι ξέρεις για όλους Καλό ή κακό, του απάντησα, δε με νοιάζει καθόλου Εμένα το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να ξέρω τι κρύβουν μέσα τους κι Εγώ πάντως σε προειδοποίησα, ψιθύρισε αυτός, και ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους του, κάτι που εγώ θεώρησα ως νεύμα που με άφηνε Ελεύθερο να μυηθώ σ’ αυτό το απόκρυφο μυστικό που βρέθηκε στο δρόμο μου τόσο Τυχαία, λοιπόν, έπιασα κι εγώ ένα βιβλίο από το σωρό που είχε σχηματιστεί δίπλα στα πόδια μου και το Άνοιξα και τα μάτια μου διάπλατα μην πάει και μου ξεφύγει Κάτι περίεργο μου φάνηκε ότι είχε η πρώτη σελίδα που Κοίταξα, ξανακοίταξα, κι ύστερα κοίταξα και την προηγούμενη και την επόμενη κι ακόμα Μία, μία, τις κοίταξα όλες, γιατί πριν μιλήσω ήθελα να είμαι απόλυτα Σίγουρος ότι τα μάτια ή το μυαλό μου δε με Γελούσαν όμως τα λευκά μουστάκια του γέρου, όσο εγώ άνοιγα μανιωδώς ένα μετά το άλλο τα σκονισμένα βιβλία και τα κολλούσα όσο πιο κοντά μπορούσα στο πρόσωπό μου για να τα βλέπω Καλά, είπα κάποια στιγμή τελικά, γιατί κανένα από αυτά τα βιβλία δεν έχει Τελεία; επανέλαβε ο γέρος με απέχθεια, λες και είχα αναφέρει κάποια λέξη βλάσφημη ή πρόστυχη που κανείς δε θα ’πρεπε ποτέ στο στόμα του να Βάζει ο νους σου, συνέχισε να λέει, τι κακό πράμα είναι αυτή η Τελεία λέγεται της πρότασης ο θάνατος, το Τέλος οριστικό και αμετάκλητο, δίχως δικαίωμα έφεσης ή αναστολής, ή έστω μιαν ελπίδα για δεύτερη Ζωή αιώνια έχει η πρόταση δίχως τελεία, οι δρόμοι όλοι της ανοίγονται Μπροστά πηγαίνει αυτή και πίσω της η ιστορία τρέχει δίχως σταματημό και Όρια έχει μόνο των ανθρώπων το μυαλό που πήγε κι ανακάλυψε αυτό το καταραμένο μυγόχεσμα, το ανίερο Σημάδι που χρησιμοποιούν για να σφαγιάζουν κάθε νεογέννητη προοπτική και ενδεχόμενο, βάζοντας πρόωρο τέλος στα όνειρά τους – από φόβο ή βλακεία, δε Γνωρίζω, όμως πως δίχως αυτήν, πιο λεύτερος θα ήταν ο κόσμος και ίσως και πιο Ευτυχισμένος για όλα αυτά που μπορούν να γίνουν και όχι δυστυχής για ότι δεν Έγινε όμως τώρα το κακό και πώς να το πάρουμε Πίσω μόνο ο θάνατος μπορεί να πάρει κάτι, γι’ αυτό κι εγώ σε θάνατο έχω καταδικάσει την Τελεία λοιπόν δε θα βρεις ούτε για δείγμα εδώ Μέσα σου όμως έχεις πολλές Ακόμα κι αν συμφωνείς μ’ αυτά που είπα, και δε με νομίζεις για ξεμωραμένο ή τρελό, θα σου πάρει πολύ καιρό μέχρι να μάθεις όπου τη βρεις, σα σκουλήκι να τη Λιώνεις κι εσύ μαζί της στην αρχή κι όποιος δεν είναι αρκετά δυνατός, πάει, Τελείωσε όμως κι η καταιγίδα ωστόσο κι εσύ πρέπει να φύγεις Τώρα, ξέρεις ότι ξέρω και το στόμα μου, που για χρόνια κράταγα σφαλισμένο, για σένα το Άνοιξα την πόρτα και βγήκα στο δρόμο που, ίσως να ήταν απλά η ιδέα μου, αλλά μου φάνηκε πολύ Διαφορετικός ήμουν κι εγώ βέβαια μετά από αυτή τη μυστήρια Συνάντηση που προσπάθησα να επαναλάβω, αλλά Μάταια έψαξα να βρω ξανά τη γειτονιά, το δρόμο, το σπίτι, ή τέλος πάντων Κάτι που να αποδεικνύει περίτρανα πως όλα αυτά που σας διηγήθηκα δεν ήταν απλά ένα νοσηρό παιχνίδι της φαντασίας Μου έχει περάσει φυσικά πολλές φορές απ’ το μυαλό ότι ίσως αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι αρχίζω να τα Χάνω την ψυχραιμία μου τότε και προσπαθώ να μην τα πολυσκέφτομαι, αλλά έλα που είναι κι αυτή η διαολεμένη ουλή στο μάγουλο μου που τις κρύες βροχερές νύχτες με καίει σαν Τρελή όσο κι η παρανοϊκή αλήθεια που μου αποκάλυψε ο γέρος εκείνο το καταραμένο Βράδυ που τελικά δεν ξέρω αν υπήρξε, αλλά καλού-κακού από τότε – αφού δολοφόνος εγώ δεν είμαι – τελεία δεν έχω ξαναχρησιμοποιήσει στη ζωή μου, μην πάει και σκοτώσω καμιά πρόταση χωρίς να το Θέλω να σας διηγηθώ μια Ιστορία, κάπως αλλόκοτη

2 Ιαν 2009

Ω Μεγάλε Διδάσκαλε!

- Ω Μεγάλε Διδάσκαλε, πες μου τι είναι πιο δυνατό, ο πόνος ή η γιατρειά του;

- Εσύ τι λες;

- Σίγουρα η γιατρειά, αφού μπορεί και νικά τον πόνο. Ναι, ναι αυτή λοιπόν είναι πιο δυνατή. Έτσι δεν είναι;

- Η σκέψη σου, μικρέ μου Μαθητευόμενε, μοιάζει με μια μικρή νυχτοπεταλούδα που μαγεμένη από το σαγηνευτικό λίκνισμα της φλόγας του κεριού δε μπορεί να διακρίνει πια στο μακρινό ορίζοντα το αληθινό φως του φεγγαριού, παρά μόνο πλησιάζει όλο και περισσότερο προς στο μοιραίο πύρινο αγκάλιασμα, ώσπου να γίνει κι αυτή μια μικρή θυσία στο ανθρώπινο ψέμα, μια ελάχιστη άτυπη νίκη της ανθρώπινης «λογικής» εις βάρος της φύσης και της αιώνιας αλήθειας της.

- Δηλαδή; Δεν καταλαβαίνω; Για ποιο ψέμα μιλάς; Αυτός που νικά δεν είναι κι ο πιο δυνατός;

- Στάσου μια στιγμή κι αναλογίσου. Δίχως τον πόνο γιατρειά δε μπορεί να υπάρξει. Άρα λοιπόν ο πόνος γεννά τη γιατρειά. Αυτός της χαρίζει την ίδια της την υπόσταση. Για πες μου λοιπόν, τι είναι πιο δυνατό: η μάνα που φέρνει στον κόσμο το παιδί ή το παιδί που για να εξασφαλίσει τη δική του ύπαρξη απομυζά ζωή καταναλώνοντας τη σάρκα της ίδιας του της μάνας, την οποία αυτή τόσο απλόχερα του προσφέρει;

- Μα όχι, όχι δεν μπορεί, δεν είναι το ίδιο. Ο πόνος είναι κακός κι η γιατρειά καλή. Έτσι δεν είναι;

- Για πες μου τότε λοιπόν: ποιος είναι ο κακός φίλος και ποιος ο καλός; Αυτός που σε προειδοποιεί για τα κακά μαντάτα προκαλώντας σου το δάκρυ ή αυτός που έρχεται να στο σκουπίσει και να σου συμπαρασταθεί όταν πλέον το κακό σε έχει χτυπήσει;

- Μα τότε, αν τελικά ο πόνος είναι καλός αυτό σημαίνει ότι η γιατρειά είναι κακή;

- Όχι φυσικά. Απλά και τα δύο είναι.

- Είναι; Τι θα πει είναι; Τι είναι;

- Είναι. Υπάρχουν. Αυτό είναι το σημαντικό. Το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος, το άσπρο και το μαύρο δεν είναι, δεν υπάρχουν. Οι έννοιες αυτές δεν είναι παρά πενιχρά κατασκευάσματα της μικρότητας του ανθρώπινου νου, που αδυνατώντας να κατανοήσει τη Δημιουργία έστησε μπροστά της ασθενικά παραπήγματα που στόλισε με ελκυστικά χρώματα και πότισε με μεθυστικά αρώματα, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να καλύψει την Αλήθεια, έτσι ώστε να εφησυχάσει αυτούς που αρκούνται να κοιτούν αλλά όχι να βλέπουν και να εξασφαλίσει μια αιώνια - μα απατηλή – μακαριότητα, δίνοντας εύκολες προκατασκευασμένες λύσεις, πρακτικές συνταγές και μαγικά ξόρκια πρόσκαιρης, «δήθεν», επιτυχίας κι ευτυχίας.

- Μα αν είναι έτσι Μεγάλε Διδάσκαλε, τότε πως θα μπορέσω εγώ να βρω το δρόμο μου; Σε τι θα μπορώ να πιστέψω; Τι σημάδια θα πρέπει να διαβάσω και ν΄ ακολουθήσω;

- Είναι απλό, να μην πιστεύεις – μόνο να βλέπεις και ν΄ αφουγκράζεσαι. Και πάντα να πατάς εκεί που δεν έχουν πατήσει ακόμη οι άλλοι. Εκεί που δεν υπάρχουν ακόμη σημάδια.

- Μα εγώ θέλω ν΄ ακολουθήσω τα δικά σου βήματα, να γίνω Μεγάλος Διδάσκαλος σαν και σένα.

- Το ν΄ ακολουθείς τα βήματα κάποιου άλλου είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να μη φτάσεις ποτέ πουθενά.

- Και συ πως έφτασες εκεί που βρίσκεσαι τώρα;

- Μα δεν έχω φτάσει πουθενά. Συνοδοιπόροι είμαστε. Κι αν αυτή τη στιγμή είμαι Μεγάλος Διδάσκαλος είναι γιατί εσύ είσαι μικρός Μαθητευόμενος. Βλέπεις λοιπόν πως κι εμένα η ίδια μου η υπόσταση εξαρτάται από τη δική σου, όπως άλλωστε και το αντίστροφο. Κι οι δυο μας είμαστε η αιτία και το αιτιατό συνάμα.

- Κάτι σαν τον πόνο με τη γιατρειά δηλαδή.

- Ακριβώς. Μα τώρα κουράστηκα και πρέπει να σε αφήσω. Ώρα και συ ν΄ αρχίσεις το δικό σου ταξίδι.

- Πες μου μόνο πριν να φύγεις, σε παρακαλώ, Μεγάλε Διδάσκαλε, εσύ τα γνωρίζεις όλα;

- Όχι όλα, μικρέ μου Μαθητευόμενε, μονάχα αυτά που με ρωτάς.

Η πάπια κάτω απ’ τη γέφυρα


Η δουλειά μου είναι μερικά χιλιόμετρα έξω από την πόλη και κάθε πρωί ακολουθώ πάντα την ίδια διαδρομή. Δεν πηγαίνω από την εθνική γιατί μου φαίνεται πολύ απρόσωπη και ψυχρή, ενώ αποφεύγω τους κεντρικούς δρόμους γιατί έχουν συνήθως μποτιλιάρισμα και φασαρία. Προτιμώ να κατεβαίνω ως την παραλιακή και μετά να χάνομαι μέσα σε μικρά στενά και χαμένους παραδρόμους.

Προς το τέλος της διαδρομής, οδηγώ ακριβώς δίπλα στην εθνική, μόνο που ο δρόμος είναι στενός, ανώμαλος και γεμάτος λακκούβες. Έχει όμως πράσινο και ησυχία. Σε ένα σημείο σχηματίζεται ένα μεγάλο κοίλωμα. Είναι μια μικρή κατηφόρα που οδηγεί σε μια μεγάλη ανηφόρα. Εκεί ακριβώς υπάρχει κάτι σαν γέφυρα, μια στοά που περνά κάτω από τον εθνικό δρόμο. Σε αυτό το σημείο, κάθε φορά που βρέχει πλημμυρίζει και δημιουργείται μια μικρή λιμνούλα. Εκεί συνάντησα την πάπια κάτω απ΄ τη γέφυρα.

Ήταν μια σκοτεινή, βροχερή μέρα κι εγώ οδηγούσα βιαστικά γιατί είχα αργήσει. Ξαφνικά, φτάνοντας στο γνωστό σημείο αντίκρισα ένα σουρεαλιστικό θέαμα. Στη μέση ακριβώς του δρόμου υπήρχε πλέον μια λιμνούλα και μέσα σε αυτήν κολυμπούσαν αμέριμνες δυο πάπιες! Η μία ήταν κάτασπρη, ενώ η άλλη μαύρη. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, τσιμπήθηκα, άνοιξα το παράθυρο να με χτυπήσει αέρας, αλλά το θέαμα παρέμενε το ίδιο. Δεν ήξερα τι να κάνω και έτσι έκανα το πιο απλό: έκανα την πάπια! Προσποιήθηκα ότι δεν τρέχει τίποτα και συνέχισα πολύ αργά και προσεχτικά την πορεία μου, καθώς δεν ήξερα πόσο βαθιά ήταν η λίμνη.

Καθώς οι ρόδες του αυτοκινήτου μου άρχισαν να μπαίνουν στο νερό, οι πάπιες – με απόλυτη ηρεμία και χωρίς να δείξουν την παραμικρή ανησυχία – έκαναν διακριτικά στην άκρη, αφήνοντάς μου αρκετό χώρο για να περάσω. Όταν είχα φτάσει πλέον στη μέση της λίμνης, το νερό έγλυφε τη βάση της πόρτας μου. Πάτησα φρένο και άνοιξα το παράθυρο.

Και ξαφνικά μια μέρα σαν τις άλλες, μια μέρα που έκανα την ακριβώς ίδια διαδρομή που κάνω εδώ και χρόνια, είχε γίνει μια άλλη μέρα – μια μοναδική στιγμή που θα θυμόμουν για όλη μου τη ζωή. Αντί να βρίσκομαι στο δρόμο για τη δουλειά, ήμουν μέσα σε ένα 2CV (που οι Γάλλοι το λένε ασχημόπαπο!) στη μέση μιας λίμνης και διπλά μου κολυμπούσαν γαλήνια δυο πάπιες!

Συνέχισα προσεκτικά την πορεία μου ελπίζοντας ότι είχα φτάσει στο βαθύτερο σημείο και τελικά έφτασα στη δουλειά, με αρκετή καθυστέρηση και ένα ηλίθιο χαμόγελο που κράτησε για ώρες. Δεν ξέρω, αλλά πιστεύω ότι είναι υπέροχο, που και που, να συμβαίνει κάτι το αναπάντεχο – όχι κάτι που να μας αφορά άμεσα – απλά κάτι το εξωπραγματικό, που να ανατρέπει τα πράγματα που θεωρούμε δεδομένα και να διευρύνει τα στενά όρια της πραγματικότητάς μας.

Τέλος πάντων, η ιστορία μου δεν τελειώνει εδώ…

Την επόμενη μέρα, ξανά το ίδιο σκηνικό. Οι πάπιες ακλόνητες στη θέση τους. Tο ίδιο και την επόμενη και τη μεθεπόμενη, κ.ο.κ. Η αρχική έκπληξη είχε αρχίσει πλέον να γίνεται ρουτίνα. Αυτοκίνητα πηγαινοέρχονταν μέσα από τη λιμνούλα και οδηγοί φαίνονταν να μη δίνουν την παραμικρή σημασία στο αξιοπερίεργο θέαμα.

Ώσπου μετά από τέσσερις-πέντε μέρες η μαύρη πάπια εξαφανίστηκε. Για να είμαι ειλικρινής δεν έχω την παραμικρή ιδέα αν οι πάπιες ήταν ζευγάρι (διαφορετικού ή του ίδιου φύλλου), αλλά εγώ στο μυαλό μου αυτή την εικόνα είχα σχηματίσει. Το ενδιαφέρον πάντως είναι ότι η άσπρη πάπια παρέμεινε στη θέση της και συγκεκριμένα καθόταν κουρνιασμένη στην άκρη της «λιμνούλας».



Μια μέρα, έτυχε να έχω μερικά κρακεράκια στο αυτοκίνητο. Σταμάτησα λοιπόν στη μέση της λίμνης, άνοιξα το παράθυρο, έκοψα μερικά σε μικρά κομμάτια και άρχισα να τα πετάω στο νερό. Η πάπια ανασηκώθηκε, τίναξε τα φτερά της, βούτηξε και άρχισε να κυνηγά και να καταβροχθίζει τα κρακεράκια που επέπλεαν. Κάθε τόσο γυρνούσε και με κοίταζε (από φόβο ή ευγνωμοσύνη;).

Από εκείνη τη μέρα αποφάσισα να «υιοθετήσω» την πάπια και φύλαγα πάντα ψωμί στο αυτοκίνητο για να την ταΐζω. Μετά από δυο μέρες με περίμενε μια νέα έκπληξη. Μόλις έφτασα στη μέση της λίμνης και έσβησα τη μηχανή, πριν προλάβω να κάνω οτιδήποτε, η πάπια ανασηκώθηκε, τίναξε τα φτερά της, βούτηξε και άρχισε να έρχεται προς το αυτοκίνητο κρώζοντας χαρούμενα. Με είχε αναγνωρίσει! Δε μπορούσα να το πιστέψω! Ήθελα να βγω και να προσπαθήσω να τη χαϊδέψω, αλλά καθώς την εποχή εκείνη έπαιζε η γρίπη των πτηνών αποφάσισα να διατηρήσω τη σχέση μας από απόσταση…

Και η ιστορία αυτή συνεχίστηκε για αρκετές μέρες ακόμα…

Βέβαια, εγώ από την αρχή πίστευα ότι η πάπια δε θα έμενε για καιρό εκεί. Για την ακρίβεια κάθε μέρα ήμουν σίγουρος ότι αποκλείεται να την συναντούσα την επόμενη. Και κάθε φορά διαψευδόμουν. Για κάποιο περίεργο λόγο, η πάπια αυτή είχε αποφασίσει ότι το σπίτι της ήταν εκεί, κάτω από τη γέφυρα, σε μια προσωρινή λίμνη που είχε φτιαχτεί ουσιαστικά μόνο γι΄ αυτήν. Τι κι αν έχασε την συντροφιά της; Τι κι αν ένα σωρό αυτοκίνητο περνούσαν καθημερινά μέσα από το «σπίτι» της;

Ήταν προφανώς μια σπιτική πάπια και όχι ένα άγριο πουλί. Επομένως το πιο λογικό θα ήταν, αν είχε χαθεί ή την είχαν παρατήσει, να αναζητήσει την σιγουριά ενός σπιτιού που θα της προσέφερε φαΐ και ασφάλεια. Και όμως δεν το έκανε. Αν από την άλλη, σύμφωνα με κάποια πιο ρομαντική εκδοχή, είχε αποφασίσει να το σκάσει, να ζήσει τη μεγάλη περιπέτεια και να αναζητήσει ένα ειδυλλιακό μέρος όπου ζουν κι άλλες ελεύθερες πάπιες, ούτε και αυτό δεν έκανε…

Η πάπια αυτή είχε καταφέρει, αυτό που λίγο-πολύ όλοι μας αναζητούμε απεγνωσμένα. Είχε βρει τη θέση της στον κόσμο. Μπορεί να ήταν η πιο απίθανη που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, αλλά αυτή την είχε ανακαλύψει. Και έδειχνε να το γνωρίζει πολύ καλά. Και αυτό μ΄ έκανε να την συμπαθήσω ακόμα περισσότερο, ίσως και να την θαυμάσω. Σίγουρα όμως με έκανε και να τη ζηλέψω…

Τελικά, όπως ήταν αναμενόμενο, μετά από αρκετό καιρό, μια μέρα που πήγα να την ταΐσω η πάπια δεν ήταν εκεί. Δεν ξέρω τι έγινε, αλλά ούτε και θέλω να μάθω. Μπορώ σίγουρα να φανταστώ αρκετές εκδοχές, αλλά δε χρειάζεται. Μερικές φορές είναι προτιμότερο η ιστορία να μην έχει τέλος, γιατί έτσι μπορεί να ζει για πάντα. Ένα τέλος, ακόμα και αν είναι καλό, δεν παύει να είναι τέλος.

Εξακολουθώ να πηγαίνω στη δουλειά από τον ίδιο δρόμο. Η λίμνη έχει πλέον αποξηραθεί, αλλά εγώ πάντα όταν φτάνω εκεί κόβω ταχύτητα και κοιτάω το σημείο που στεκόταν συνήθως η πάπια. Χωρίς καν να το σκεφτώ σχηματίζεται στο μυαλό μου η εικόνα της και στα χείλη μου ένα γλυκό χαμόγελο. Κι αισθάνομαι ένα τόσο δα μικρό τσιμπηματάκι στην καρδιά. Εγώ της έδωσα λίγο ξερό ψωμί και αυτή μου έδωσε ένα μικρό μάθημα ζωής. Και σκέφτομαι ότι τελικά στη ζωή μου θα ΄θελα πολύ να καταφέρω κι εγώ ότι κι αυτή: να βρω τη δική μου λίμνη κάτω απ΄ τη γέφυρα…

Ζήτημα Ζωής και Θανάτου


Πηγή εικόνας

Ο Νίκος έσπρωξε με προσοχή την πόρτα του κήπου λες και φοβόταν μην τη σπάσει. «Περίεργο,» σκέφτηκε, «είναι ανοιχτή.»

Πέρασε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω του, το ίδιο προσεχτικά όσο την είχε ανοίξει. Έκανε δυο-τρία διστακτικά βηματάκια στο πλακοστρωμένο δρομάκι.

«Καλημέρα! Είναι κανείς εδώ;» ρώτησε χωρίς όμως να πάρει κάποια απάντηση.

«Πολύ περίεργο,» σκέφτηκε. «Θα περίμενα να έχει ένα σωρό κόσμο σ’ ένα σπίτι σαν κι αυτό. Αν μη τι άλλο, έναν σεκιουριτά στην πόρτα. Μήπως έχω κάνει κάποιο λάθος;»

---

Ο κύριος Κ άνοιξε αργά τα μάτια. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε για λίγο στα χρυσά αστεράκια που ήταν κεντημένα στον ουρανό του κρεβατιού. «Επιτέλους κατάφερα να τους ξεφορτωθώ όλους,» σκέφτηκε. «Κάποια πράγματα πρέπει κανείς να τα κάνει μόνος.»

Παραμέρισε τα σατέν σεντόνια κι έσυρε απρόθυμα τα πόδια του ως το μπάνιο. Άνοιξε τη βρύση και κοίταξε μέσα στον καθρέφτη. Ένας φαλακρός τύπος με μεγάλη κοιλιά και θλιμμένο ύφος τον κοίταξε πίσω.

«Τι με κοιτάς έτσι;,» είπε απευθυνόμενος στο είδωλό του. «Το ξέρεις πολύ καλά ότι εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχει άλλη λύση.» Κι έχωσε το κεφάλι του κάτω από το κρύο νερό.

---
Ο Νίκος έριξε μερικές διακριτικές ματιές τριγύρω μήπως ανακαλύψει κάποιον άνθρωπο. Κανείς. Εγκατέλειψε το πλακόστρωτο και πάτησε στο γκαζόν που ήταν παχύ και μαλακό σαν ακριβή μοκέτα. Τα πόδια βούλιαξαν ελαφρά – ακριβώς τόσο, όσο έπρεπε. «Χλιδή,» σκέφτηκε. Περπάτησε ως την πισίνα. Η μυρωδιά του χλωρίου του έφερε μια ελαφριά αναγούλα. Ίσως να έφταιγε που ήταν νηστικός. Ποτέ δε μπορούσε να φάει πριν από μια σημαντική συνάντηση. Τον έπιανε το στομάχι του.

Ένιωσε ένα ελαφρό τρέμουλο στα χέρια.

«Δε γίνεται, πρέπει να χαλαρώσω. Χρειάζομαι επειγόντως ένα τσιγάρο. Εξάλλου, έχω χρόνο. Είναι ακόμα νωρίς,» σκέφτηκε και ψηλάφισε την τσέπη του σακακιού του. Έβγαλε ένα τσαλακωμένο πακέτο. Το γύρισε ανάποδα και το τίναξε προς τα κάτω με ανυπομονησία. Το μοναδικό τσιγάρο που υπήρχε μέσα, απελευθερώθηκε από τα χάρτινα δεσμά του και γλίστρησε στον αέρα. Πριν προλάβει να το αρπάξει, αυτό έκανε δυο τούμπες και προσγειώθηκε απαλά πάνω στο υγρό γκαζόν.

«Σκατά!» ψιθύρισε καθώς έσκυβε για να το πιάσει. Κι επειδή ήταν λιγάκι προληπτικός το πήρε για κακό σημάδι.

---
«Που το έχω κρύψει, γαμώ το κέρατό μου;» αναρωτήθηκε θυμωμένος ο κύριος Κ, καθώς πετούσε το ένα μετά το άλλο στο πάτωμα τα εσώρουχα από το συρτάρι της σιφονιέρας. «Είμαι σίγουρος ότι εδώ το είχα βάλει. Α! Νάτο. Κοίτα που πήγε και σφήνωσε το γαμημένο.»

Έπιασε το συρτάρι με τα δυο χέρια και το τράβηξε με όλη του τη δύναμη. Μόλις κατάφερε να το βγάλει από τη θέση του, το σήκωσε ψηλά και το πέταξε κάτω. Μικρά κομμάτια ξύλου πετάχτηκαν παντού. Έσκυψε και μάζεψε το μικρό στριφτό τσιγάρο. Το έβαλε πίσω από το αυτί και κατευθύνθηκε προς τη ντουλάπα.

«Ελπίζω τουλάχιστον το καλό μου κουστούμι να είναι στη θέση του,» σκέφτηκε κι έδωσε μια κλωτσιά στην πόρτα της ντουλάπας που άνοιξε διάπλατη.

---
Ο Νίκος ρούφηξε λαίμαργα τον καπνό, λες και του ήταν απαραίτητος για να μπορέσει ν’ αναπνεύσει. Πριν καλά-καλά το καταλάβει, η κάφτρα είχε ήδη φτάσει στα δάχτυλά του. Δίχως να το πολυσκεφτεί, πέταξε τη γόπα αναμμένη στο παρτέρι με τα τριαντάφυλλα.

«Κι αν υπάρχουν κάμερες;» σκέφτηκε και γονάτισε να τη μαζέψει. Καθώς άπλωσε το χέρι του, το μανίκι του σακακιού μπλέχτηκε στ’ αγκάθια. Ακούστηκε ένα δυνατό «χρατς»! Μερικές σταγόνες αίμα ξεπρόβαλαν στο μέρος του αγκώνα κι έσταξαν πάνω στο γκρι παντελόνι.

«Το καλό μου κουστούμι! Σκατά!» είπε και φύλαξε τη γόπα στην τσέπη του σακακιού.

---
«Το καλό μου κουστούμι!» είπε με μια δόση μελαγχολίας ο κύριος Κ κι έριξε μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη. «Πολύ καλό ακόμα και για μένα! Έπρεπε να το φοράω πιο συχνά. Δεν το ευχαριστήθηκα όσο μπορούσα – όπως και πολλά άλλα πράγματα άλλωστε.»

Κι έσφιξε τον κόμπο της γραβάτας στο λαιμό, λίγο περισσότερο απ’ όσο συνήθιζε.

---
Ο Νίκος χαλάρωσε λίγο τον κόμπο της γραβάτας που ένοιωθε τώρα να τον πνίγει ασφυχτικά. Μικρές μπίλιες ιδρώτα σχηματίστηκαν στο μέτωπό του. Κοίταξε το ρολόι του, μια φτηνή απομίμηση ρόλεξ.

«Έντεκα παρά δέκα. Καλά τόσο νωρίς ήρθα; Μου φαίνεται ότι είμαι εδώ ώρες. Μήπως να πάω να τελειώνουμε; Όχι, όχι, καλύτερα. Ο κύριος Κ μου είπε έντεκα ακριβώς. Ούτε λεπτό πριν, ούτε λεπτό μετά. Είναι ζήτημα Ζωής και Θανάτου, είπε. Δεν πρέπει να τα σκατώσω. Αν πάνε όλα καλά, μπορεί ν’ αλλάξει επιτέλους η κωλοζωή μου. Μα που στο διάολο πήγαν όλοι;»

---
Ο κύριος Κ κοίταξε με αγωνία το παλαιό ρολόι του τοίχου.

«Έντεκα παρά δέκα! Μόλις που προλαβαίνω», σκέφτηκε και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Μπήκε στο γραφείο του κι έδωσε μια σπρωξιά στην πόρτα για να κλείσει. Ξεκλείδωσε το χρηματοκιβώτιο και πήρε από μέσα του μια κοντόκανη καραμπίνα κι ένα μακρύ κομμάτι σπάγκο. Έδεσε τη μια άκρη του στο πόμολο της πόρτας και την άλλη στη σκανδάλη του όπλου.

Κάθισε αναπαυτικά στη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα. Έσφιξε την καραμπίνα στο ένα χέρι και με τον αντίχειρα του άλλου τράβηξε τον κόκορα προς τα πίσω. Ακούστηκε ένα ελαφρύ μεταλλικό «κλικ». Ο κύριος Κ ακούμπησε το όπλο στο ξύλινο γραφείο, ακριβώς απέναντι από το στήθος του.

Πήρε το τσιγάρο από το αυτί του και το άναψε. Πήρε βαθιά ρουφηξιά και κατέβασε λαίμαργα τον καπνό. Χαλάρωσε.

«Ελπίζω να μην αργήσει», σκέφτηκε. «Σιχαίνομαι να περιμένω».

---
Ο Νίκος κοίταξε ξανά το ρολόι του τη στιγμή που βρέθηκε μπροστά από την εξώπορτα.

«Έντεκα παρά δέκα. Ακόμα; Δε μπορεί. Κάτι δεν πάει καλά εδώ.»

Ακούμπησε το αυτί πάνω στο καντράν του ρολογιού και κράτησε την αναπνοή του. Τίποτα. Δεν ακουγόταν απολύτως τίποτα.

«Σκατά!», σκέφτηκε. «Άργησα.»

---
«Μα που είναι αυτός ο άχρηστος; Έχει πάει έντεκα και τέταρτο. Μήπως του έτυχε κάτι; Μήπως ξέχασα ν’ αφήσω ξεκλείδωτη την εξώπορτα; Δε μπορώ να περιμένω άλλο. Πάω να δω τι συμβαίνει,» σκέφτηκε ο κύριος Κ και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του.

Άνοιξε την πόρτα προσέχοντας να μην τραβηχτεί ο σπάγκος και την ξανάκλεισε όσο πιο μαλακά μπορούσε.

---
«Και τώρα; Τι να κάνω; Μήπως καλύτερα να εξαφανιστώ;» ήταν οι πρώτες σκέψεις που πέρασαν απ’ το μυαλό του Νίκου, καθώς το χέρι του κατέβαζε ασυναίσθητα το πόμολο της εξώπορτας.

«Για μια στιγμή! Η πόρτα δεν είναι κλειδωμένη. Κάτι τρέχει εδώ! Γι’ αυτό μάλλον δεν είδα κανέναν. Λες να’ ναι ληστές; Ή τίποτα απαγωγείς; Μου το είχε πει ο κύριος Κ. Είναι ζήτημα Ζωής και Θανάτου. Καλύτερα να μην μπω από μπροστά. Μπορεί να ‘ναι παγίδα. Φύλαγε τα ρούχα σου για να ‘ χεις τα μισά. Α! να. Εκείνο το παράθυρο είναι μισάνοιχτο.»

Ο Νίκος πέρασε σκυφτός μπροστά από τη τζαμαρία του σαλονιού κι έφτασε έξω από το παράθυρο του γραφείου. Έβαλε τις παλάμες πάνω στο περβάζι κι έδωσε μια δυνατή σπρωξιά με τα πόδια για να μπορέσει ν’ ανέβει.

---
Ο κύριος Κ διέσχισε βιαστικά το σαλόνι κι έλεγξε την πόρτα.
«Καλά θυμόμουνα, ξεκλείδωτη είναι. Τότε τι στο διαβ…»

Ένας δυνατός γδούπος ακούστηκε από το γραφείο του.

---
Ο Νίκος είχε πάρει λίγο περισσότερη φόρα απ’ όσο χρειαζόταν με αποτέλεσμα να βρεθεί με ένα θεαματικό πλονζόν στο ξύλινο πάτωμα του γραφείου. Καθώς έκανε να σηκωθεί, τα μάτια του καρφώθηκαν στις δίδυμες κάνες που βρίσκονταν τώρα ακριβώς απέναντι από το μέτωπό του. Για μια στιγμή πάγωσε από φόβο.

---
Ο κύριος Κ έτρεξε πίσω στο γραφείο. Μέσα στη βιασύνη του ξέχασε εντελώς το σπάγκο και το όπλο. Τράβηξε απότομα την πόρτα.

Ένας εκκωφαντικός κρότος τρύπησε τα τύμπανα των αυτιών του. Η μυρωδιά του καμένου μπαρουτιού πλημύρισε τα ρουθούνια του. Το δωμάτιο γέμισε με ανέμελες κόκκινες πινελιές.

Ποτέ μαζί


Πηγή εικόνας

Ώρα να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου. Ξέρω ότι δεν πρόκειται να χρειαστώ τίποτα απ’ όλα αυτά που θα βάλω μέσα, αλλά πρέπει να τη φτιάξω. Μόνο έτσι θα σιγουρευτώ ότι θα φύγω. Όχι, αυτή τη φορά δεν κάνω πίσω.

Τι ρούχα να πάρω; Δεν έχει σημασία. Αρκεί να τη γεμίσω. Μέχρι πάνω. Έτσι δεν κάνουν στις ταινίες αυτοί που πρόκειται να φύγουν για πάντα; Τι να πρωτοχωρέσει όμως κι αυτή η δόλια; Μια σταλιά είναι. Και φθαρμένη από το χρόνο. Σαν και μένα. Σαν και μας. Θυμάσαι άραγε τη μέρα που την αγοράσαμε; Εγώ ναι. Ήταν τότε που ακόμα ήμασταν ένα. Μια τρελή μέρα που μέσα σε λίγες ώρες ο πρώτος μας μισθός έγινε όνειρα κι έρωτας, και μια μικρή πάνινη βαλίτσα. Για ένα ταξίδι που δεν κάναμε ποτέ…

Πετάω τη βαλίτσα με φόρα στο ξύλινο πάτωμα. Κάνω φασαρία επίτηδες, για να μ’ ακούσεις. Θέλω να γνωρίζεις κάθε μου κίνηση.

Εσύ όμως με αγνοείς. Όπως κάνεις συνήθως. Ένας τοίχος μας χωρίζει όλος κι όλος και μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα. Αρκεί μόνο μια ανάσα σου για να την ανοίξεις ή ίσως ακόμη και μια σου σκέψη. Αλλά δεν το κάνεις. Στέκεσαι σιωπηλός απέναντί της και την κοιτάς σα χαμένος.

Χαμένη είμαι κι εγώ μέσα σ’ ένα βουνό από άχρηστα πράγματα που έχω μαζέψει γύρω μου για να τα βάλω στη βαλίτσα. Τι να πάρω, τι ν’ αφήσω; Όλα το ίδιο αγαπημένα, όλα το ίδιο μισητά. Όλα έχουν κάτι από εσένα. Κι αυτό με πονά.

Γεμίζω τη βαλίτσα. Μέχρι πάνω. Και την κλείνω. Κοιτάζω πρώτα την πόρτα και μετά τη βαλίτσα. Της δίνω μια γερή κλωτσιά με το γυμνό μου πόδι και τα σωθικά της ξεχύνονται στο πάτωμα. Το πόδι μου ματώνει. Μα καλά δε μ’ ακούς; Έλα να με σταματήσεις επιτέλους. Φεύγω. Για πάντα. Δεν το έχεις καταλάβει ρε γαμώτο;

Δεν απαντάς. Φυσικά και το έχεις καταλάβει. Το ξέρεις ότι θα φύγω. Πάντα το ήξερες. Από την πρώτη κιόλας μέρα. Μόνο που τελικά κατάφερνες να με κρατάς κοντά σου. Στην αρχή με αγάπη, ύστερα με βία.

Χαϊδεύεις με τα ακροδάχτυλά σου το πάτωμα, εκεί ακριβώς που πάτησαν πριν λίγο οι πληγωμένες μου πατούσες. Ρουφάς λαίμαργα το λιγοστό άρωμα μου που περνά από την κλειδαρότρυπα και αγγίζει τα ρουθούνια σου. Θέλεις να σηκωθείς και να τρέξεις κοντά μου. Αλλά δε μπορείς. Δε σ’ αφήνω εγώ.

Παλεύεις μαζί μου μέσα στο μυαλό σου. Όχι, αυτή τη φορά δε θα με νικήσεις. Ούτε και ποτέ ξανά.

Παγωμένος ιδρώτας κυλά στο μέτωπό σου. Ξέρεις πολύ καλά ότι αυτό είναι το τέλος. Για μένα, για σένα, για μας.

Κλείνω την άδεια βαλίτσα. Έχει μέσα ότι ακριβώς χρειάζομαι – τίποτα. Ρίχνω μια τελευταία ματιά τριγύρω. Σα να μου φαίνεται πιο φωτεινό το δωμάτιο. Λες και τώρα που αποφάσισα να φύγω, γύρισε ξαφνικά ο χρόνος πίσω. Τότε που τα πράγματα μεταξύ μας ήταν αλλιώς. Τότε που ήσουν μέσα μου και όχι απέναντί μου.

Σφίγγεις τις γροθιές και τρίζεις τα δόντια. Τι έγινε; Φοβάσαι; Πρωτόγνωρο συναίσθημα για σένα. Ως τώρα, πάντα εγώ ήμουν αυτή που φοβόταν. Και η αιτία ήσουν εσύ.

Βάζεις τα δυνατά σου και σηκώνεσαι όρθιος. Ο πόνος είναι αφόρητος μα καταφέρνεις να περπατήσεις. Παραπατάς και πέφτεις με όλο τα βάρος σου πάνω στην πόρτα. Σωριάζεσαι μέσα στο δωμάτιο.

Σε βλέπω μπροστά μου. Μια ακατανίκητη επιθυμία ξυπνά μέσα μου. Το μόνο εμπόδιο ανάμεσά μας είναι η άδεια βαλίτσα. Την παίρνω αγκαλιά σφιχτά, όπως κάποτε έπαιρνες εσύ εμένα. Πρέπει να φύγω! Πρέπει να φύγω! Μόνο έτσι θα γλυτώσω από σένα. Κι εγώ και όλοι οι άλλοι.

Προχωρώ προς το ανοιχτό παράθυρο. Σέρνεσαι ξωπίσω μου και βογκάς. Ανοίγω το βήμα. Αρπάζεις την άκρη του νυχτικού μου. Σε τραβώ μαζί μου, σα βαρυποινίτης τις αλυσίδες του. Με το άλλο σου χέρι προσπαθείς να κρατηθείς από κάπου, μα το δωμάτιο τώρα είναι τελείως αδειανό, όπως και το μυαλό μου.

Πατώ στο χαμηλό περβάζι. Γυρνώ να σε κοιτάξω για τελευταία φορά. Από τα μάτια σου κυλάει βαθυκόκκινο αίμα. Δε μπορείς να μου κάνεις πια κακό. Ενώ εγώ μπορώ. Αλλά δε θέλω πλέον. Δε σε μισώ. Δε μ’ αγαπάς. Είμαστε πάτσι.

Κάνω ένα βήμα στο κενό. Φεύγω. Και συ μαζί. Είμαστε πάλι ένα. Και στην αγκαλιά μου πάντα η μικρή πάνινη βαλίτσα. Να που τελικά το κάναμε εκείνο το ταξίδι…

1 Ιαν 2009

Δύσκολες Ώρες


Το γράμμα ενός στρατιώτη (Έλληνα, Ιρακινού, Αμερικανού – δεν έχει σημασία) προς την κοπέλα με την οποία χώρισε πριν μερικές μέρες, περιμένοντας τους πρώτους βομβαρδισμούς, λίγες ώρες πριν λήξει το Αμερικανικό τελεσίγραφο.

19 Μαρτίου 2003

Έρχονται δύσκολες ώρες...

Ο κόσμος απόψε δείχνει να πηγαίνει κατά διαόλου, μα εγώ, εδώ – στη σκοπιά – σκέφτομαι μόνο εσένα...

Περίεργο πράγμα˙ την ώρα που όλα γύρω μοιάζουν να καταρρέουν, εγώ, προσπαθώ να κρατηθώ από κάτι που – τουλάχιστον για μένα – δεν υπάρχει πια.

Με το μυαλό μου αναμοχλεύω τις στάχτες όσων ζήσαμε μαζί αναζητώντας τ΄ απομεινάρια μιας παλιάς φλόγας για να με ζεστάνουν τούτη την κρύα νύχτα.

Φέρνω στο νου μου το γυμνό σου κορμί μισοκρυμμένο κάτω απ΄ τα λευκά σου σεντόνια.
Και ταξιδεύω...

Η μυρωδιά σου ανακατεύεται με τη νυχτερινή πάχνη και ποτίζει τη στολή και το σώμα μου.
Και ταξιδεύω...

Βυθίζομαι σ΄ ένα σου βλέμμα, κυλώ στο μάγουλό σου σαν δάκρυ και σβήνω διακριτικά στο χαμόγελό σου.
Και ταξιδεύω...

Αφήνω για λίγο το κρύο όπλο μου και πιάνω σφιχτά το ζεστό σου χέρι.
Και ταξιδεύω...

Και θα ΄θελα τόσο πολύ, αυτή τη σκληρή νύχτα, που ο κόσμος φαίνεται να έχει ξεχάσει πως μόνο η αγάπη είναι πιο δυνατή από το θάνατο, να μπορούσα να γλιστρήσω πάνω σε μια ασημένια φεγγαραχτίδα και να τρυπώσω μέσα από τις γρίλιες του παραθύρου στο δωμάτιο που κοιμάσαι.

Και μες στο σκοτάδι, να σκύψω και – σαν σε όνειρο – να σου ψιθυρίσω στ΄ αυτί: «Σ΄ευχαριστώ για το ταξίδι.»

Και πριν χαθώ, να σου χαρίσω ένα γλυκό φιλί κι ένα ζεστό χαμόγελο, για τις δύσκολες ώρες που έρχονται...
 
Our site is at APN Greece Directory