Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
15 Αυγ 2012
29 Νοε 2011
H Αληθινή Τέχνη
Η Πριγκιποπούλα είχε πέσει σε μεγάλη κατάθλιψη. Δεν είχε διάθεση ούτε να διασκεδάσει, ούτε να φάει, ούτε να κοιμηθεί. Δε μιλούσε πια σε κανέναν. Μονάχα καθόταν με τις ώρες στο ψηλότερο παράθυρο του πύργου και χάζευε το μακρινό ορίζοντα.
Ο Βασιλιάς είχε απογοητευτεί. Πριν λίγα χρόνια είχε χάσει τη γυναίκα του και τώρα η μονάκριβη κόρη του χανόταν κι αυτή μέρα με τη μέρα. Μέσα στην απελπισία του, αποφάσισε να ρωτήσει το Γέροντα Λεόντιο, τον υπεραιωνόβιο συμβουλάτορα του, για τον οποίο κάποιοι πίστευαν ότι ήταν σοφός, ενώ άλλοι απλά ξεμωραμένος. «Όταν χάνεται κάθε ελπίδα, μόνο η Αληθινή Τέχνη μπορεί να βοηθήσει,» ήταν η σιβυλλική ρήση του Γέροντα.
Ο Βασιλιάς λοιπόν κάλεσε τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του βασιλείου στην αίθουσα του θρόνου και τους είπε: «Όποιος καταφέρει να συγκινήσει την κόρη μου και να της ξυπνήσει ξανά τη διάθεση για ζωή, θα την πάρει για γυναίκα και θα τον χρίσω διάδοχο του θρόνου.» Η Πριγκιποπούλα που καθόταν δίπλα του άρχισε να πλέκει αδιάφορα μια τούφα από τα μαλλιά της.
Πρώτος αποφάσισε να δοκιμάσει ο Ποιητής. Χτύπησε τα χέρια του και δυο υπηρέτες εμφανίστηκαν κουβαλώντας μια καρέκλα κι ένα γραφείο, πάνω στο οποίο υπήρχε μια χρυσή πένα κι ένας πάπυρος. Ευθύς, ο Ποιητής ξεκίνησε να συγγράφει μια ελεγεία για την ομορφιά της Πριγκιποπούλας. Μόλις ολοκλήρωνε έναν στίχο τον απάγγελνε αμέσως για να μην προλάβει να χαθεί η φρεσκάδα του. Λίγο μετά την τριακοστή στροφή, είχε γίνει φανερό ότι η Πριγκιποπούλα δεν επρόκειτο να συγκινηθεί. Αυτή τη φορά, χτύπησε ο βασιλιάς τα χέρια κι οι υπηρέτες κουβάλησαν εκτός της αίθουσας το γραφείο, μαζί με τον Ποιητή που δεν έλεγε να το εγκαταλείψει.
Επόμενος στη σειρά ήταν ο Ζωγράφος. Άπλωσε έναν τεράστιο καμβά στο πάτωμα και βάλθηκε να ζωγραφίζει ένα πορτραίτο της Πριγκιποπούλας με τόση λεπτομέρεια που μπορούσε κανείς να μετρήσει τα βλέφαρά της – τα οποία όμως αυτή ούτε καν τρεμόπαιξε στη θέα του εκπληκτικού έργου. Μάταια πάλευε ο Ζωγράφος με τα πινέλα και τα χρώματά για να τραβήξει την προσοχή της. Ο Βασιλιάς δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Με ένα του νεύμα, οι υπηρέτες τύλιξαν τον Ζωγράφο στον καμβά και τον κύλισαν κλοτσηδόν έξω από το παλάτι.
Χαμογελώντας με το πάθημα του συναδέλφου του, εμφανίστηκε ο Γλύπτης αγκαλιά με ένα μεγάλο χαυλιόδοντα. Έβγαλε από την ποδιά του μια διαμαντένια σμίλη κι ένα σφυράκι κι άρχισε να σκαλίζει ένα άγαλμα που αναπαριστούσε την αίθουσα μαζί με όλους τους παριστάμενους. Έφτιαξε ακόμα και τον εαυτό του να σκαλίζει το ελεφαντόδοντο! Τη στιγμή όμως που ετοιμαζόταν να δώσει το τελευταίο χτύπημα, η Πριγκιποπούλα χασμουρήθηκε δυνατά, με αποτέλεσμα το σφυράκι να γλιστρήσει από το χέρι του σαστισμένου Γλύπτη και να προσγειωθεί στο κεφάλι του Βασιλιά!
Την ώρα που ο Γλύπτης οδηγούνταν σιδηροδέσμιος στο μπουντρούμι, έκανε θεαματική είσοδο ο Ηθοποιός φορώντας ένα καπέλο με κουδουνάκια και μιαν ασημένια μάσκα με ένα τεράστιο χαμόγελο. Κινούμενος αδιάκοπα και κάνοντας ακροβατικά, άρχισε να διηγείται ιστορίες τόσο αστείες που η αίθουσα σείστηκε από τα χαχανητά. Μέχρι κι ο Βασιλιάς, που ήταν άνθρωπος σοβαρός και μετρημένος, κρατούσε την κοιλιά του γιατί πονούσε από τα γέλια. Μα η Πριγκιποπούλα τίποτα, θαρρείς και ήταν κουφή. Ο Βασιλιάς διέταξε απρόθυμα το τέλος της παράστασης.
Μια γλυκιά μελωδία πλημύρισε την ατμόσφαιρα, καθώς ο Μουσικός βγήκε στον εξώστη κρατώντας ένα σπάνιο βιολί. Οι νότες του ήταν πιο καθαρές κι από φωνές αγγέλων κι έπεφταν από ψηλά σαν ανοιξιάτικη βροχή πάνω στα κεφάλια των παρευρισκομένων. «Είναι μια ωδή στη Πριγκιποπούλα που μόλις συνέθεσα,» ανακοίνωσε σε μια παύση της μουσικής, προς μεγάλη τέρψη του Βασιλιά και ακόμα μεγαλύτερη αδιαφορία της Πριγκιποπούλας. Κάτι τέτοιο δεν είχε ξανατύχει στον Μουσικό, που προσπαθώντας μανιασμένα να την εντυπωσιάσει, πίεζε όλο και περισσότερο το δοξάρι πάνω στις χορδές, ώσπου αυτές δεν άντεξαν άλλο κι έσπασαν μονομιάς. Εμφανώς καταβεβλημένος, ο Μουσικός εξαφανίστηκε πριν καν ο Βασιλιάς προλάβει να αντιδράσει.
Μια νέα μελωδία ακούστηκε καθώς ένας ηλικιωμένος κύριος με ακορντεόν μπήκε με αργό βήμα, ενώ πίσω του ακολουθούσε ένας κομψός δανδής, πατώντας στις μύτες των καλογυαλισμένων παπουτσιών του. Ο Χορευτής πλησίασε την Πριγκιποπούλα και απλώνοντας το χέρι, ρώτησε: «Θα μου κάνετε την τιμή να με συνοδεύσετε σε ένα Τάνγκο, το χορό του πάθους;» «Ουφ!» απάντησε αυτή βαριεστημένα και σέρνοντας τα πόδια της κατέβηκε από το θρόνο. Ο Χορευτής άρχισε να τη στροβιλίζει στο μαρμάρινο πάτωμα και να εκτελεί γύρω της εντυπωσιακές φιγούρες. Μα η Πριγκιποπούλα έμοιαζε με αχυρένια κούκλα στα χέρια μικρού παιδιού. Όταν πάτησε για εικοστή φορά το πόδι του Χορευτή, αυτός δεν άντεξε άλλο κι έφυγε τρέχοντας.
«Κάντε στην άκρη! Αφήστε την Τεχνολογία να αναδείξει την Τέχνη!» φώναξε ο Φωτογράφος καθώς περνούσε ανάμεσα στον κόσμο κουβαλώντας μια κάμερα. Όταν έφτασε στο κέντρο της αίθουσας έστησε το τρίποδο κι έχωσε το κεφάλι του κάτω από το μαύρο πανί. Με το ένα χέρι έκανε νόημα στο Βασιλιά να πλησιάσει την Πριγκιποπούλα και με το άλλο σήκωσε το δίσκο με τη σκόνη μαγνησίου. Προκείμενου να βεβαιωθεί ότι η φωτογραφία δεν θα ήταν σκοτεινή, είχε χρησιμοποιήσει μια ιδιαίτερα γενναιόδωρη δόση. Το πάτημα του διακόπτη συνοδεύτηκε από εκτυφλωτική λάμψη. Ο Φωτογράφος ίσα που πρόλαβε να αντικρίσει τα μουτζουρωμένα βασιλικά πρόσωπα, καθώς οι φρουροί τον έσερναν μακριά από τη μηχανή του.
«Αυτό ήταν, δεν αντέχω άλλο!» είπε απελπισμένος ο Βασιλιάς, ενώ το καψαλισμένο μουστάκι του κάπνιζε ακόμα, κι ετοιμάστηκε να αποχωρήσει.
«Μισό λεπτό, θέλω κι εγώ να δοκιμάσω!» πετάχτηκε ένας νεαρός Υπηρέτης.
«Ας είναι,» είπε αυτός. «Εδώ που φτάσαμε τι έχω να χάσω;»
Ο Υπηρέτης πλησίασε το πρόσωπό του σε αυτό της Πριγκιποπούλας και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Μετά, δεν είπε κουβέντα, ούτε κινήθηκε για τριάντα ολόκληρα λεπτά. Και ξαφνικά, πάνω που τελείωνε η υπομονή του Βασιλιά, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της Πριγκιποπούλας. Ευθύς, άρπαξε το πρόσωπο του νέου ανάμεσα στα χέρια της και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του.
«Μα, δεν καταλαβαίνω,» μονολόγησε ο βασιλιάς.
«Η Αληθινή Τέχνη Μεγαλειότατε,» του ψιθύρισε στο αυτί ο Λεόντιος, «δεν είναι προνόμιο κάποιας κάστας επαγγελματιών, ούτε και απαιτεί πολύτιμα ή σπάνια μέσα. Δε φτιάχνεται με συνταγές, ούτε ακολουθεί κανόνες. Είναι μια δύναμη πρωτόγονη που μπορεί και μετουσιώνει το Τίποτα σε Κάτι, δίχως διόλου να νοιάζεται ούτε για το Πώς, μήτε για το Γιατί…»
Ετικέτες
παραμύθι
9 Σεπ 2009
Ο μικρός θεός
Πηγή εικόνας
Ο μικρός θεός έκοψε ένα μικρό κομμάτι πλαστελίνης και άρχισε να το πλάθει ανάμεσα στα χέρια του. Πρώτα έφτιαξε μια μεγαλούτσικη μπάλα και την ακούμπησε πάνω στο διάφανο πάτωμα. Μετά έφτιαξε μια μικρότερη και την τοποθέτησε με προσοχή πάνω στην πρώτη. Για να βεβαιωθεί ότι θα κολλήσουν μεταξύ τους, τις ζούληξε ελαφρά με τον αντίχειρα. Κάτω από την πίεση, οι δύο μπάλες πήραν ένα μακρόστενο, ωοειδές σχήμα.
Ο μικρός θεός έκλεισε το ένα μάτι και περιεργάστηκε το δημιούργημά του από όλες τις πλευρές. Κάτι έλειπε. Πήρε λίγη πλαστελίνη και άρχισε να πειραματίζεται. Φυσικά ξεκίνησε φτιάχνοντας ένα μπαλάκι. Ήταν πολύ καλός σε αυτό. Μετά, δοκίμασε να το κολλήσει σε διάφορα σημεία της κατασκευής, αλλά δε φαινόταν να ταιριάζει πουθενά. Εμφανώς απογοητευμένος πέταξε το μπαλάκι στο πάτωμα με δύναμη. Το μπαλάκι πήρε ένα παράξενο πλακουτσωτό σχήμα.
Ο μικρός θεός το είδε και του ήρθε μια ιδέα! Το πήρε και, βάζοντάς του λίγο σάλιο στη μια άκρη, το στερέωσε πάνω στην μπάλα που βρισκόταν στην κορυφή. Τώρα μάλιστα! Κάτι είχε αρχίσει να γίνεται. Αλλά δεν ήξερε πως να συνεχίσει. Έριξε μια ματιά τριγύρω στο δωμάτιο μπας και πάρει καμιά καλή ιδέα.
Η γαλάζια κούνια του στην άκρη του δωματίου, κατασκευασμένη από πουπουλένια σύννεφα βροχής και ουράνια τόξα, ήταν σίγουρα πολύ όμορφη, αλλά δε βοηθούσε. Όπως ούτε και το μεγάλο κρεμαστό παιχνίδι με αληθινούς πλανήτες και αστέρια που κρεμόταν από πάνω της. Έστρεψε την προσοχή στο μπαούλο με τα παλιά του παιχνίδια, αλλά του φάνηκαν πολύ βαρετά και παρωχημένα. Οχτώ βουνά με χιονισμένες κορυφές, πέντε ηφαίστεια (τρία μόνο ενεργά - τα άλλα δύο τα είχε χαλάσει), δυο ωκεανοί, εννιά θάλασσες, έξι παγόβουνα, καμιά δεκαριά ποτάμια κι εφτά λίμνες. Όλα φτιαγμένα από τον μπαμπά του. Όχι, όχι, αν ήθελε να δημιουργήσει κάτι καινούργιο έπρεπε να αναζητήσει αλλού την έμπνευση. Που όμως;
Έπιασε με τα δυο χέρια το δεξί του πόδι και το έφερε κοντά στο κεφάλι ώσπου η απαλή πατούσα του ακούμπησε στο ροδαλό του μάγουλο. Σκύβοντας ελαφρά, κατάφερε να βάλει στο στόμα το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού και άρχισε να το πιπιλά με βουλιμία. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, αλλά η στάση αυτή πάντα τον ηρεμούσε και τον βοηθούσε να σκεφτεί.
Καθώς ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του, έδωσε κατά λάθος μια γερή δαγκωνιά στο δάχτυλό του. Και πόνεσε. Έκανε να κλάψει, αλλά σταμάτησε μονομιάς γιατί του ήρθε μια ιδέα! Και ήξερε ότι αν έκλαιγε, σύντομα θα έρχονταν οι μεγάλοι - και κανείς δεν τους θέλει στα πόδια του όταν έχει μια ιδέα...
Εξέτασε με προσοχή το πονεμένο του δάχτυλο που είχε αρχίσει να κοκκινίζει. Ύστερα κοίταξε ολόκληρη την πατούσα του, καθώς και αυτή του αριστερού του ποδιού. Στηρίχθηκε στα χέρια και έσπρωξε με όλη του τη δύναμη για να σηκωθεί όρθιος. Η πρώτη του προσπάθεια δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη, αφού σχεδόν αμέσως έσκασε με φόρα στο πάτωμα. Ευτυχώς το τροφαντό του πωπουδάκι ήταν τυλιγμένο σε μια μαλακή πάνα από πρωινή πάχνη. Η δεύτερη προσπάθεια όμως είχε αποτέλεσμα. Για να μην διακινδυνεύσει μια νέα πτώση, σηκώθηκε με αργές κινήσεις και, καλού-κακού, κρατήθηκε από ένα δέντρο (που κατά διαβολική σύμπτωση φάνηκε να φύτρωσε στο σημείο αυτό μόλις εκείνη τη στιγμή) στα κλαδιά του οποίου κρεμόταν ένα μοναδικό μήλο.
Μόλις κατάφερε να ισορροπήσει με σιγουριά, σήκωσε το ένα πόδι. Λύγισε το γόνατο, τίναξε τον αστράγαλο και κλώτσησε δυνατά στον αέρα. Για να βεβαιωθεί, έκανε ακριβώς τα ίδια και με το άλλο πόδι. Μετά, έκανε μερικά βηματάκια επί τόπου, μην τολμώντας να εγκαταλείψει την ασφάλεια του δέντρου. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε και τελικά το αποφάσισε. Άνοιξε τα δάχτυλα του χεριού που έσφιγγαν το χρυσό κορμό, έσφιξε τα δόντια και τους μυς των ποδιών και πήδηξε ψηλά – τόσο ψηλά που σχεδόν άγγιξε τον ουράνιο θόλο που σκέπαζε το δωμάτιο. Και φυσικά μετά, άρχισε να πέφτει. Αλλά, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, όχι με ταχύτητα. Αιωρούταν με χάρη στον αέρα, σαν ένα ροδαλό φουσκωμένο μπαλόνι.
Ο μικρός θεός δίπλωσε τα πόδια του στη στάση του λωτού και λικνίστηκε πέρα δώθε απολαμβάνοντας κάθε στιγμή της καθόδου του. Λίγο πριν ακουμπήσει στο πάτωμα σταμάτησε και έμεινε εκεί. Ένα χαμόγελο ευτυχίας σχηματίστηκε στα χείλη του. Τώρα ήξερε! Με ένα νεύμα, δυο μικρά κομμάτια πλαστελίνης ξεπρόβαλαν από το κουβαδάκι του και πέταξαν κοντά του. Αυτός, πήρε ένα σε κάθε χέρι και, τρίβοντάς τα ανάμεσα στα δάχτυλα, τους έδωσε ένα λεπτό επίμηκες σχήμα. Αφού σιγουρεύτηκε ότι είχαν το ίδιο μήκος, τα τοποθέτησε στη βάση της κατασκευής του. Α, τώρα μάλιστα! Ήταν πραγματικά πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του! Όλα ήταν στη θέση τους.
Πήρε το κουτί με τις μπογιές και βάλθηκε να χρωματίζει το δημιούργημά του. Στην αρχή, το έβαψε ολόκληρο κίτρινο. Του άρεσε πολύ αυτό το χρώμα. Μια φορά, ο μπαμπάς του είχε φτιάξει έναν πανέμορφο κίτρινο ήλιο. Όταν όμως ο μικρός θεός πήγε να τον αγγίξει, έκαψε τα χέρια του, και η μαμά του, έβαλε τις φωνές στον μπαμπά και του είπε ότι είναι ανεύθυνος και άλλα πολλά ακόμα κι έτσι ο μπαμπάς του αναγκάστηκε να τον πετάξει κάπου πολύ μακριά – ποιος ξέρει που – για να μην τον ξαναπιάσει κατά λάθος στα χέρια του ο μικρός θεός.
Ο μικρός θεός κοίταξε ξανά το κατασκεύασμά του. Δυστυχώς, έτσι όπως ήταν όλα κίτρινα, τα μικρότερα κομμάτια δεν ξεχώριζαν καθόλου. Κάτι έπρεπε να κάνει για να τα τονίσει. Στο κάτω-κάτω, αυτά ήταν τα πιο δύσκολα και τα πιο σημαντικά. Τι χρώμα να διάλεγε όμως; Μετά το κίτρινο, όλα τα άλλα χρώματα τα αγαπούσε το ίδιο. Μια λύση υπήρχε. Έκλεισε τα μάτια και βούτηξε το πινέλο του στην τύχη. Μόλις τα άνοιξε, είδε ότι είχε βαφτεί κόκκινο. «Καθόλου άσχημα», σκέφτηκε.
Επειδή είχε αρχίσει να ψιλοβαριέται, πέρασε βιαστικά ένα χέρι κόκκινο χρώμα το πλακουτσωτό κομμάτι στην κορυφή και τα δυο μακρόστενα στη βάση. Καθώς αυτά ήταν όμως ήδη κίτρινα, πήραν τελικά μια σκούρα πορτοκαλί απόχρωση.
Ο μικρός θεός παραξενεύτηκε από το αποτέλεσμα, αλλά δεν ενοχλήθηκε καθόλου. Ίσα, ίσα. Ήταν ευχαριστημένος που επιτέλους είχε τελειώσει, αλλά και πολύ περήφανος για το δημιούργημά του. Ήταν τόσο διαφορετικό – καμία σχέση με αυτά που έφτιαχνε ο μπαμπάς του. Έπρεπε να πάει να του το δείξει αμέσως!
Έκανε να το πιάσει, μα η μπογιά ήταν ακόμη νωπή και τα χέρια του βάφτηκαν κίτρινα. Α, όχι δεν υπήρχε περίπτωση να περιμένει μέχρι να στεγνώσει! Έσκυψε με ανυπομονησία πάνω από την πλαστελίνη και άρχισε να φυσά με όλη του τη δύναμη.
Και τότε έγινε κάτι αναπάντεχο! Τα χρώματα μετατράπηκαν σε πούπουλα και δέρμα, η πλαστελίνη έγινε σάρκα και οστά. Το δημιούργημα αναπήδησε στον αέρα καθώς η Ζωή τρύπωσε μέσα του.
Ο μικρός θεός τρόμαξε και τινάχτηκε ενστικτωδώς πίσω, πέφτοντας ανάσκελα στο πάτωμα. Καθώς όμως η περιέργεια του ήταν μεγαλύτερη από την τρομάρα του, πλησίασε μπουσουλώντας το παράξενο πλάσμα. Άπλωσε το χέρι διερευνητικά. Το απαλό φτέρωμα τού γαργάλισε τα ακροδάκτυλα. Παίρνοντας θάρρος, χάιδεψε τρυφερά την κοιλιά του πλάσματος. «Κουάκ, κουάκ!» αποκρίθηκε αυτό.
Ο μικρός θεός ενθουσιάστηκε! Αυτό ήταν πέρα από κάθε προσδοκία! Έπρεπε να εξερευνήσει όλες τις δυνατότητες του δημιουργήματός του. Το έσπρωξε ελαφρά κι αυτό άρχισε να προχωρά με αδέξια βήματα, μπαλαντζάρωντας δεξιά-αριστερά, μέχρι που κουτούλησε σε ένα χιονισμένο βουνό που ήταν παρατημένο λίγο παραπέρα. Ο μικρός θεός χτύπησε με τη βάση της παλάμης το μέτωπό του, αντιλαμβανόμενος το λάθος του. Βούτηξε αμέσως το πινέλο του στη λευκή μπογιά και ζωγράφισε πάνω στο κεφάλι του πλάσματος δυο μεγάλα ολοστρόγγυλα μάτια. Το πλάσμα, τα ανοιγόκλεισε μερικές φορές ώσπου να συνηθίσει το φως. «Κουάκ, κουάκ!» έκραξε κοιτάζοντας με ευγνωμοσύνη το δημιουργό του. «Κουάκ, κουάκ!» αποκρίθηκε αυτός προσπαθώντας να επικοινωνήσει μαζί του.
Ο μικρός θεός αποφάσισε να συνεχίσει τα πειράματά του. Έπιασε το πλάσμα ανάμεσα στις παλάμες του, το πέταξε ψηλά και μετά απογειώθηκε κι αυτός πετώντας δίπλα του. Όταν όμως το πλάσμα έφτασε στο ψηλότερο σημείο της τροχιάς του, άρχισε να πέφτει με μεγάλη ταχύτητα. Ο μικρός θεός (που δεν περίμενε ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο) ευτυχώς αντέδρασε εγκαίρως και, διαγράφοντας έναν αόρατο κύκλο στον αέρα με το δάχτυλο, πρόλαβε να γλυτώσει το πλάσμα λίγο πριν συντριβεί στο πάτωμα. Δίχως καθυστέρηση, πέταξε κοντά του, πήρε δυο κομμάτια πλαστελίνη, τα έπλασε, τα έβαψε κίτρινα και τα στερέωσε στα πλευρά του. Κι αυτά έγιναν φτερά! Το πλάσμα τα ανεβοκατέβασε μερικές φορές, ώσπου κατάφερε να σηκωθεί λίγα μόλις εκατοστά πάνω από το πάτωμα. «Κουάκ, κουάκ!» έκραξε εγκρίνοντας το νέο του απόκτημα. «Κουάκ, κουάκ!» έκανε και ο μικρός θεός και του χάιδεψε με στοργή το κεφάλι.
Ο μικρός θεός δεν κρατιόταν άλλο. Έπρεπε οπωσδήποτε να δείξει το κατόρθωμά του στον μπαμπά του – τον μεγάλο θεό. Έκλεισε τα μάτια και συγκεντρώθηκε. Ακούστηκε ένα δυνατό μπουμπουνητό κι ένα γκρίζο σύννεφο καπνού σχηματίστηκε από το πουθενά. Σιγά-σιγά το σύννεφο άρχισε να παίρνει τη μορφή ενός ηλικιωμένου – αλλά ιδιαιτέρα γεροδεμένου άντρα – με μακριά λευκά μαλλιά με πλούσιες μπούκλες και παχιά γενειάδα.
«Με κάλεσες;» είπε ο μεγάλος θεός με φωνή τόσο βροντερή που το δωμάτιο ολόκληρο σείστηκε πέρα-δώθε.
Αντί για απάντηση, ο μικρός θεός, πήρε το κίτρινο πλάσμα στα χέρια του και απλώνοντας τα, του το έδειξε με υπερηφάνεια.
«Τι είναι πάλι τούτο;» ρώτησε ο μεγάλος θεός με απορία και έκανε να το πιάσει. Μα τα χέρια του ήταν ροζιασμένα και σκληρά, πράγμα φυσικό, αφού ολόκληρη τη ζωή του, έφτιαχνε μόνο χοντροκομμένα, σκληροτράχηλα, πράγματα - πλανήτες, βουνά, θάλασσες και άλλα τέτοια. Έτσι, δίχως να το θέλει, έσφιξε το πλάσμα λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε. «Κουαααααααααααακ!» έβγαλε αυτό μια απελπισμένη κραυγή λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή.
«Ωχ!» έκανε ο μεγάλος θεός που κατάλαβε τη γκάφα του.
Ο μικρός θεός έμεινε για μια στιγμή ασάλευτος και βουβός μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί. Προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του, αλλά μετά αποφάσισε ότι δεν είχε κανέναν ιδιαίτερο λόγο για να κάνει κάτι τέτοιο. Άνοιξε το στόμα του διάπλατα και άρχισε να τσιρίζει με όλη του τη δύναμη. Τα μάτια του πλημμύρισαν με δάκρυα. Τόσα πολλά που το δωμάτιο γέμισε ως τη μέση!
Ένα κοκκινωπό σύννεφο σχηματίστηκε στο δωμάτιο. Μόλις ο μεγάλος θεός το είδε κράτησε το κεφάλι του με απόγνωση.
Η μεγάλη θεά αιωρήθηκε πάνω από τη στάθμη του νερού προσέχοντας να μην βραχεί το μακρύ, αιθέριο, φόρεμά της.
«Τι έκανες πάλι βρε μπουνταλά στο παιδί και κλαίει;» ρώτησε αυστηρά τον μεγάλο θεό, ενώ μικροσκοπικοί κεραυνοί πετάγονταν από τα μάτια της.
«Ε-ε-εγώ,...» ψέλλισε αυτός προσπαθώντας απεγνωσμένα να βρει μια καλή δικαιολογία.
«Δε με νοιάζει!» το έκοψε η μεγάλη θεά. «Κάνε κάτι να σταματήσει. ΤΩΡΑ!»
Ο μεγάλος θεός, χαμήλωσε το κεφάλι και ψαχούλεψε αμήχανα την τσέπη του μανδύα του. Από μέσα της έβγαλε ένα άμορφο κομμάτι πηλού – πάντα είχε λίγο μαζί του, ήταν βλέπετε το χόμπι του – και άρχισε να τον πλάθει όπως-όπως, προσπαθώντας να ξαναφτιάξει το πλάσμα του μικρού θεού. Επειδή όμως, δεν ήταν και πολύ καλός στις λεπτοδουλειές, δεν του βγήκε ακριβώς το ίδιο. Το σώμα ήταν πιο μακρόστενο, τα φτερά έμοιαζαν πολύ με τα πόδια και δεν είχε κι εκείνο το πλακουτσωτό πράγμα στο πρόσωπο (γιατί βασικά δε μπορούσε να καταλάβει πως στο καλό να το φτιάξει). Μόλις το τελείωσε, το ακούμπησε στην παλάμη του και το έδειξε στο μικρό θεό.
«Λοιπόν, πως σου φαίνεται;» ρώτησε με αγωνία, ρίχνοντας κλεφτές ματιές προς το μέρος της γυναίκας του.
Ο μικρός θεός σταμάτησε το κλάμα και πήρε την πήλινη κούκλα στα χέρια του. Όχι, όχι, αυτό το κατασκεύασμα σίγουρα δεν έμοιαζε καθόλου με το δικό του. Στρογγυλό κεφάλι, δυο χέρια, δυο πόδια... Θα ‘πρεπε τώρα να τα ξανασκεφτεί όλα από την αρχή...
25 Αυγ 2009
Έρωτας κεραυνοβόλος
Πηγή εικόνας
Η φωτιά διέσχισε ξυπόλυτη το δάσος τρέχοντας λες και κάποιος την κυνηγούσε. Όχι γιατί βιαζόταν. Απλώς βαριόταν αφόρητα. Μια ακαταμάχητη δύναμη μέσα της την έσπρωχνε να εξαπλωθεί ολοένα και πιο μακριά. Ήθελε να δει νέα πράγματα, να ζήσει καινούργιες εμπειρίες.
Περνώντας από δέντρο σε δέντρο συνέχισε την ξέφρενη πορεία της, μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε ένα ξέφωτο. Τα δέντρα απέναντί της ήταν πολύ μακριά για να τα φτάσει με μια δρασκελιά και το χορτάρι που την χώριζε από αυτά ήταν ακόμα μουσκεμένο από την πρωινή πάχνη. Έκανε να στρίψει προς την ανατολή, μα βράχια ψηλά κι απότομα ορθώνονταν σαν αδιαπέραστο τοίχος. Πίσω δε μπορούσε να γυρίσει αφού είχε ήδη καταβροχθίσει αχόρταγα οτιδήποτε είχε βρεθεί στο διάβα της. Μοναδική διέξοδος ήταν προς τη δύση, μέσα από τα πυκνά βάτα.
Η αλήθεια είναι βέβαια ότι οι ταπεινοί θάμνοι δεν άρμοζαν σε μια φωτιά της τάξης της, αλλά έτσι όπως τα είχε καταφέρει δεν της είχαν μείνει κι άλλες επιλογές. Έκλεισε τη μύτη της επιδεικτικά για να μην εισπνέει την αποκρουστική μυρωδιά κι άρχισε να περπατά πάνω στις μύτες των ροδαλών ποδιών της, προσπαθώντας (χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία) να αποφεύγει τα σουβλερά αγκάθια. Σε κάθε της βήμα, δεκάδες μικροσκοπικές βελόνες βυθίζονταν στις μαλακές πατούσες της αφήνοντας πάνω τους μικρά κόκκινα σημαδάκια.
Καλομαθημένη καθώς ήταν, δεν άντεξε για πολύ το μαρτύριο αυτό. Με το που βρήκε λίγα ξερά στάχια κατέβηκε από τα βάτα κι άρχισε να σέρνεται πάνω τους σαν ένα πελώριο κόκκινο φίδι. Η απόσταση που τη χώριζε πια από το χώμα δεν ήταν παρά λίγα εκατοστά.
Το χώμα το μισούσε και το φοβόταν συνάμα. Ήξερε πολύ καλά πως η παραμικρή επαφή μαζί του θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Μαζεύτηκε λοιπόν όσο περισσότερο γινόταν και προσπάθησε να κρατηθεί στις κορφές από τα ξανθά κλωναράκια. Καθώς περνούσε από μίσχο σε μίσχο, έκανε ν’ ανθίσει πάνω του ένα πορφυρόχρυσο λουλουδάκι που γρήγορα χανόταν κι άφηνε στη θέση του μόνο λίγη γκρίζα σκόνη.
Η όρεξη της φωτιάς όμως ήταν μεγάλη και τα στάχια λιγοστά. Το στομάχι της άρχισε να γουργουρίζει. Αχ, πόσο πολύ λαχταρούσε ένα νόστιμο δεντράκι. Κατά προτίμηση κάποιο γέρικο, χωρίς πολλούς χυμούς, που θα παραδινόταν δίχως ιδιαίτερη αντίσταση στο άγγιγμά της. Μα από εκεί χαμηλά που βρισκόταν δε μπορούσε να δει και πολλά πράγματα. Συνέχισε λοιπόν το δρόμο της, παραστρατίζοντας ελαφρά πότε από τη μια και πότε από την άλλη με την ελπίδα ότι όλο και κάτι θα έβρισκε τελικά.
Ο χειμωνιάτικος ήλιος χασμουρήθηκε βαριεστημένα και – αν και ήταν σχετικά νωρίς ακόμα – πήρε σιγά-σιγά το δρόμο της επιστροφής. Αυτές τι κρύες μέρες δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στη γλυκιά θαλπωρή του σπιτιού του. Αχ πως περίμενε τη στιγμή που θα φορούσε τις μαλακές του παντόφλες και θ’ άραζε μπροστά στο αναμμένο τζάκι χαζεύοντας από το φεγγίτη τα αστέρια να ταξιδεύουν στον ουρανό συντροφιά με την πολυαγαπημένη του Σελήνη.
Η φωτιά είδε τον ήλιο να βυθίζεται στον μακρινό ορίζοντα και σκέφτηκε πως θα έπρεπε να βιαστεί, αλλιώς κινδύνευε να περάσει τη νύχτα πάνω στο χώμα. Και κάτι τέτοιο σίγουρα δεν ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να της συμβεί.
«Τι τα ’θελα μωρέ αυτά τα μακρινά ταξίδια;» αναλογίστηκε και τα έβαλε με τον εαυτό της. «Καλά δεν ήμουν εκεί πίσω στο δάσος μου; Μεγάλη, δυνατή, περήφανη. Και τώρα κοίτα τα χάλια μου...» είπε κοιτώντας με παράπονο τις μικροσκοπικές φλογίτσες της που μόλις διακρίνονταν στο αχνό φως του δειλινού. Δυο-τρία πύρινα δάκρια έσταξαν στο χώμα και χάθηκαν μονομιάς αφήνοντας πίσω τους ένα πνιχτό σφύριγμα.
Οι ελπίδες της φωτιάς άρχισαν να σβήνουν. Μαζί τους κι αυτή. Σκέφτηκε να τα παρατήσει και ν’ αφεθεί στη μοίρα της. Μα κάτι μέσα της δεν την άφηνε. «Όχι, δε μπορεί. Δεν πρέπει να τελειώσω έτσι,» μονολόγησε. Μάζεψε τις τελευταίες της δυνάμεις, έσφιξε τα δόντια κι ανασηκώθηκε στον αέρα όσο πιο ψηλά μπορούσε, με κίνδυνο να μην μπορέσει να επιστρέψει ξανά πίσω στα στάχυα που την κρατούσαν στη ζωή.
Και τότε το είδε! Ένα τεράστιο πεύκο. Τα κλαδιά του απλώνονταν σα μια τεράστια πράσινη ομπρέλα πάνω από ένα ποτάμι. Λαχταριστό ρετσίνι χρύσιζε πάνω στον πανύψηλο κορμό του. Δίχως δεύτερη σκέψη, η φωτιά χίμηξε καταπάνω του σαν πεινασμένο αγρίμι και το έσφιξε βίαια στην αγκαλιά της. Το δέντρο λαμπάδιασε μονομιάς καθώς το σώμα του ενώθηκε με το δικό της.
Μόλις η φωτιά χόρτασε την πείνα της, ένιωσε ένα κύμα ευφορίας να την πλημυρίζει. Ξέχασε μονομιάς το πάθημά της και νάσου άρχισε να ονειρεύεται πάλι μακρινά ταξίδια και καινούργιες περιπέτειες. Δίχως να το πολυσκεφτεί, σκαρφάλωσε στο πιο ψηλό κλαδί του πεύκου για να χαράξει την νέα της πορεία.
Στην απέναντι όχθη του ποταμού διέκρινε μια τροφαντή συστάδα δέντρων κι ένιωσε την πείνα της να ξαναφουντώνει! Μα πως θα έφτανε ως εκεί; Έριξε μια ματιά προς τα κάτω κι είδε ένα μεγάλο κλαδί που κρεμόταν σα γέφυρα πάνω από το ποτάμι. Μάζεψε τις φλόγες της και κατευθύνθηκε προς το μέρος του.
Ισορρόπησε σαν ακροβάτης του τσίρκου πάνω στο κλαδί και με μικρά προσεκτικά βηματάκια άρχισε να το περνά με χάρη. Ψηλά, πάνω από το κεφάλι της, είχαν ήδη αρχίσει να καταφθάνουν τα πρώτα αστέρια. Η φωτιά κοντοστάθηκε λίγο για να τα χαζέψει. Της άρεσαν τόσο πολύ τα αστέρια! Εκεί, ανάμεσά τους, είδε και τη Σελήνη να δίνει ένα πεταχτό φιλάκι στον Ήλιο καθώς έπαιρνε τη θέση του στον ουρανό. Και τότε, ένιωσε ένα τσιμπηματάκι στην καρδιά! Για πρώτη φορά στη ζωή της, συνειδητοποίησε πως ήταν μόνη. Πάντα ήταν μόνη. «Τι να την κάνεις τη φλόγα, αν δεν έχεις κάποιον για να ζεστάνεις; Τι να το κάνεις τόσο φως, αν δε μπορείς να φωτίσεις κάποιον που αγαπάς;» μονολόγησε με παράπονο.
«Εμένα πάντως με φωτίζεις μια χαρά,» της απάντησε μια κελαριστή φωνή από κάτω της. Η φωτιά σάστισε τόσο πολύ από την απρόσμενη απάντηση, που παρά λίγο να πέσει από το δέντρο. Την τελευταία στιγμή όμως άρπαξε γερά το κλαρί κι αυτό φούντωσε ακόμα περισσότερο.
«Μα, ποιος μίλησε;» ρώτησε γεμάτη περιέργεια.
«Εδώ, εδώ κάτω, ο ποταμός είμαι» ακούστηκε πάλι η φωνή από χαμηλά κι η επιφάνεια του νερού σκίστηκε στα δυο, σχηματίζοντας ένα πλατύ χαμόγελο.
Η φωτιά έσκυψε λίγο για να δει καλύτερα κι αντίκρισε τη λάμψη της να καθρεφτίζεται πάνω στο νερό. Αμέτρητα αστέρια τρεμόσβηναν ανάμεσα στα ανθισμένα νούφαρα και τα λευκά βοτσαλάκια. Η εικόνα αυτή τη μάγεψε!
«Αυτό είναι υπέροχο!» αναφώνησε με θαυμασμό.
«Ευχαριστώ! Και συ δεν πας πίσω…» την πείραξε ο ποταμός.
Το βραδινό αεράκι φύσηξε παιχνιδιάρικα κι ανασήκωσε ελαφρά το πορφυρό φουστάνι της φωτιάς, κάνοντάς την να κοκκινίσει ακόμα πιο πολύ. Με κάποια δόση αμηχανίας πήρε λίγη στάχτη από το κλαδί και την άπλωσε πάνω στα μαγουλά της για να κρύψει το κοκκίνισμά τους.
«Είσαι ότι πιο όμορφο έχω δει ποτέ!» άρχισε να τη φλερτάρει ο ποταμός που είχε τώρα σταματήσει για λίγο να κυλά. Η φωτιά ήξερε ότι της έλεγε αλήθεια, αφού μπορούσε να δει μια χαρά πώς φαινόταν μέσα από τα μάτια του.
«Πρώτη φορά μου λέει κάποιος τρυφερά λόγια,» είπε η φωτιά συνεσταλμένα. «Συνήθως με φοβούνται ή με μισούν γιατί καταστρέφω ότι βρω στο πέρασμά μου. Μα δε φταίω εγώ γι’ αυτό. Έτσι είναι η φύση μου. Δε μπορώ να κάνω αλλιώς.»
«Μη στεναχωριέσαι, σε καταλαβαίνω,» της είπε με συμπόνια ο ποταμός. «Παρόλο που όλα τα πλάσματα έρχονται σ’ εμένα για να σβήσουν τη δίψα τους, όταν φουσκώνω απ’ τη βροχή και γίνομαι ορμητικός με καταριούνται και με πολεμούν ξεχνώντας ότι κάποτε τα είχα ευεργετήσει. Μα εγώ δεν τα κακίζω.»
«Πόσο θα ‘θελα να σ’ αγγίξω, μα φοβάμαι,» είπε διστακτικά η φωτιά.
Ο ποταμός αντί να πει κάτι σήκωσε ψηλά ένα κυματάκι που έφτασε σχεδόν ίσαμε το κλαδί. Η φωτιά άπλωσε διστακτικά μια φλογίτσα της κι ακούμπησε το δροσερό νερό. Αμέσως, ακούστηκε ένα αδύναμο «φσστ» κι ένα μικρό συννεφάκι ατμού σχηματίστηκε στον αέρα. Η φωτιά τραβήχτηκε πίσω τρομαγμένη. «Ωχ! Συγγνώμη, σε πόνεσα;» απολογήθηκε.
«Όχι, όχι, μη φοβάσαι» απάντησε γελώντας ο ποταμός. «Δε μου έκανες κάποιο κακό. Απλά η φλόγα σου ενώθηκε με το νερό μου και μαζί έγιναν ατμός, σύννεφο δηλαδή.»
«Μα αυτό είναι μαγικό! Πρώτη φορά δημιουργώ κάτι στη ζωή μου. Συνήθως μόνο καταστρέφω. Τι υπέροχο συναίσθημα!»
Ξάφνου ο ποταμός άρχισε ν’ αναριγεί.
«Τι σου συμβαίνει; Είσαι καλά;» τον ρώτησε ανήσυχη η φωτιά.
«Ναι, μια χαρά! Απλά το ρεύμα μου άρχισε και πάλι να με σπρώχνει. Δε θα μπορέσω να κρατηθώ για πολύ ακόμα, αν και θα’ θελα τόσο πολύ να μείνω μαζί σου.»
«Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ αν μείνω κι άλλο εδώ κινδυνεύω να σβήσω,» συμφώνησε η φωτιά.
«Τι κρίμα,» είπε λυπημένος ο ποταμός. «Ακόμα δε βρεθήκαμε και πρέπει να χωρίσουμε γνωρίζοντας ότι δε θα μπορέσουμε να βρεθούμε ποτέ ξανά. Όμως φοβάμαι πως δε μπορώ πια να ζω χωρίς εσένα. Ή κι αν μπορώ, δεν θέ….» Ο ποταμός δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει την τελευταία του πρόταση κι άρχισε να κυλά με μεγάλη ταχύτητα.
Η φωτιά πανικοβλήθηκε μόλις είδε τον ποταμό να χάνεται έτσι ξαφνικά μπροστά από τα μάτια της, και, δίχως να το πολυσκεφτεί, άφησε το κλαδί που τη βαστούσε στη ζωή και βούτηξε στο παγωμένο νερό.
Τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του πάθους τους, που μόλις ενώθηκαν, η φωτιά έσβησε κι ο ποταμός ολάκερος άδειασε μονομιάς. Στη θέση τους απέμεινε μόνο ένα αφράτο λευκό σύννεφο που άρχισε ν’ ανεβαίνει προς τον ουρανό σαν ένα τεράστιο πουπουλένιο μαξιλάρι.
Το σύννεφο ανέβηκε ψηλά, πολύ ψηλά. Εκεί συνάντησε κι άλλα σύννεφα - ποιος ξέρει ποιοι έρωτες τα είχαν φτιάσει. Μόλις γνωριστήκανε μεταξύ τους και ξεθάρρεψε λίγο, το σύννεφο τους διηγήθηκε την ιστορία του. Αυτά τότε θυμηθήκαν τις δικές τους ιστορίες, συγκινήθηκαν κι άρχισαν να κλαίνε. Ένα μετά το άλλο τα δάκρυά τους έπεφταν σα βροχή.
Η βροχή πότισε την ξεραμένη γη σχηματίζοντας μικρά ρυάκια, λεπτές φλέβες νερού που μπλέκονταν η μια με την άλλη δημιουργώντας μεγαλύτερες φλέβες που τελικά κατέληγαν στην αδειανή κοίτη του ποταμού.
Όταν κόπασε η βροχή, ο ποταμός είχε ξαναγεμίσει. Φρέσκος και ξανανιωμένος άρχισε να κυλάει φουριόζος στα παλιά του λημέρια γνέφοντας χαρούμενα στα σύννεφα που στριμώχνονταν από πάνω του για να τον καμαρώσουν.
Καθώς όμως κοίταζε εκεί ψηλά, πήρε το μάτι του το σύννεφο της φωτιάς να τον κοιτάζει με ένα γλυκό μα συνάμα και παραπονεμένο βλέμμα. Και, παρόλο που τώρα πια ήταν ένας νέος ποταμός, δίχως θύμισες από την προηγουμένη ζωή του, ένιωσε έναν πόνο δυνατό λες και κάποιος του τρυπούσε την καρδιά που έκανε το γλυκό του χαμόγελο να σβήσει μονομιάς από το πρόσωπό του.
Τα υπόλοιπα σύννεφα κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί. Αμέσως, βάλανε λοιπόν στη μέση το σύννεφο της φωτιάς κι άρχισαν να το αγκαλιάζουν όλα μαζί σφιχτά – πολύ σφιχτά. Το καημένο το σύννεφο κατατρόμαξε, γιατί δε μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν. Προσπάθησε να ξεφύγει αλλά ήταν περικυκλωμένο.
Όσο πιο πολύ το πίεζαν τα άλλα σύννεφα, τόσο πιο πολύ μίκραινε αυτό. Μέχρι που πίστεψε πως είχε φτάσει το τέλος. Μα έκανε λάθος, γιατί αυτό δεν ήταν παρά μόνο μια καινούργια αρχή. Γιατί όταν το σύννεφο απέμεινε τοσοδά μικρό, όχι πιο μεγάλο από ένα γινωμένο καρύδι, έγινε κάτι μαγικό! Μια εκτυφλωτική λάμψη άστραψε στον ουρανό λες κι ο Θεός προσπαθούσε να βγάλει φωτογραφία ολόκληρη τη γη. Ένας δυνατός κρότος έσκισε τον αέρα σα μια τεράστια στρακαστρούκα! Το σύννεφο είχε γίνει κεραυνός! Ένα μακρύ πύρινο φίδι που διέσχιζε ξέφρενα το νυχτερινό τοπίο. Και, λίγο πριν πέσει στο χώμα και χαθεί για πάντα, πρόφτασε να απλώσει μια φλόγα και να πιαστεί από ένα μισοκαμένο πεύκο, δίπλα στην κοίτη του ποταμού.
«Αυτό είναι ότι πιο όμορφο έχω δει ποτέ!», είπε μια κελαριστή φωνή την ώρα που η νεογέννητη φωτιά άπλωνε το κορμί της πάνω στο δέντρο για να ξεπιαστεί από το μακρύ ταξίδι. Η φωτιά σάστισε λιγάκι κι έσκυψε προς τα κάτω για να δει ποιος της μιλούσε. Τότε, αντίκρισε τη λάμψη της που καθρεφτιζόταν μέσα στο νερό. Και είδε αμέτρητα αστέρια να τρεμοσβήνουν ανάμεσα στα ανθισμένα νούφαρα και τα λευκά βοτσαλάκια. Και η εικόνα αυτή τη μάγεψε!
4 Ιουν 2009
Το υπόγειο που ονειρευόταν
Πηγή εικόνας
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό υπόγειο. Μόνο που το υπόγειο αυτό δεν ήταν σαν τα άλλα. Το υπόγειο αυτό ονειρευόταν. Μα, θα μου πείτε τώρα, τι μπορεί να ονειρεύεται ένα υπόγειο; Ε, λοιπόν, πολλά και διάφορα. Αλλά για να καταλάβετε καλύτερα τα όνειρά του, θα πρέπει μάλλον να σας πω πρώτα δυο-τρία πραγματάκια γι’ αυτό.
Το υπόγειο της ιστορίας μας ήταν ένα μικρό – όχι πάνω από είκοσι τετραγωνικά – δωματιάκι, στη βάση μιας παλιάς, πενταόροφης πολυκατοικίας στην πιο κακόφημη συνοικία της πόλης. Για να είμαι ακριβής, ήταν ένα ημι-υπόγειο, ή τουλάχιστον έτσι το διαφήμιζαν οι ιδιοκτήτες του στις μικρές αγγελίες, αφού ψηλά, εκεί όπου ένας από τους τέσσερις γκρίζους τοίχους του συναντούσε το ταβάνι, υπήρχε ένα μακρόστενο παραθυράκι με κοντούλικα σκουριασμένα κάγκελα. Στην είσοδό του, μια ηλικιωμένη πόρτα κρατιόταν με το ζόρι στους ξεχαρβαλωμένους μεντεσέδες της, και, σαν ιδιότροπη γεροντοκόρη, φρόντιζε να κρατά καλά τις αποστάσεις της από το βρώμικο τσιμεντένιο πάτωμα, αφήνοντας ένα κενό τουλάχιστον δέκα εκατοστών. Εδώ ίσως πρέπει να αναφέρω ότι το πάτωμα δεν είχε πάντοτε αυτά τα χάλια. Στα νιάτα του ήταν καλυμμένο από πολύχρωμα πλαστικά πλακάκια, μα τώρα είχαν ξεκολλήσει τόσα πολλά που έμοιαζε με παράξενη σκακιέρα σχεδιασμένη από κάποιον μοντέρνο καλλιτέχνη. Σε μια γωνιά, απέναντι από την πόρτα, ήταν στριμωγμένο το μπάνιο. Ένα τετράγωνο κουτί από γυψοσανίδα, όχι πολύ μεγαλύτερο από μια δίφυλλη ντουλάπα. Εκεί βρισκόταν και η μοναδική – για όλες τις χρήσεις – βρύση του δωματίου, αφού κουζίνα δεν υπήρχε. Ο νεροχύτης, ο οποίος είχε προ πολλού εγκαταλείψει άνανδρα το πόστο του, είχε αντικατασταθεί από έναν στραβοκομμένο γκαζοτενεκέ που κρεμόταν πάνω από την πάλαι ποτέ λευκή και νυν κιτρινισμένη γυμνή λεκάνη της τουαλέτας.
Άθλιο, θλιβερό, χάλια, απαίσιο… Αυτές είναι μόνο λίγες από τις λέξεις που αναφωνούσαν μόλις το έβλεπαν οι υποψήφιοι ενοικιαστές. Πολύ το πλήγωναν το μικρό υπόγειο όλες αυτές οι άσχημες κουβέντες. Πιο πολύ κι από το σαράκι που του κατέτρωγε μέρα με τη μέρα τα σωθικά κι από τα βρωμερά ποντίκια που τρυπούσαν κάθε τόσο τα ντουβάρια του για να φτιάξουν τις φωλιές του.
Κι επειδή ήταν έτσι όπως ήταν, τον πιο πολύ καιρό τον περνούσε ολομόναχο. Σπάνια βρισκόταν κάποιος που θα έμενε, έστω και για κάνα-δυο μήνες, μέσα του για να του κάνει λίγη παρέα. Στην πρώτη ευκαιρία, ή μόλις έφτιαχνε έστω και λίγο ο καιρός, όλοι έφευγαν. Έτσι, το υπόγειο είχε πολύ ησυχία – που εδώ που τα λέμε δεν του άρεσε καθόλου – και όλο τον απαραίτητο χρόνο στη διάθεσή του για να ονειρεύεται. Και δε χρειαζόταν καν να κλείσει τα μάτια του. Ήταν τόσο σκοτεινό και ανήλιαγο που συνήθως δε μπορούσε να δει ούτε τη μύτη του. Μόνο λίγες φορές, σπάνια – πολύ σπάνια, ξεθάρρευε κάποια περίεργη ηλιαχτίδα κι έμπαινε στο εσωτερικό του. Τότε, μόλις το υπόγειο φωτιζόταν, έβλεπε τα χάλια του και μελαγχολούσε για μέρες. Μελαγχολούσε τόσο πολύ που ξεχνούσε ακόμα και να ονειρευτεί.
Τα πρώτα χρόνια, του άρεσε να ονειρεύεται ότι ήταν ρετιρέ. Ένα μεγάλο διαμπερές ρετιρέ στον εικοστό πρώτο όροφο μιας πανάκριβης πολυκατοικίας, στα δυτικά προάστια. Μέσα του έμενε κάποιος πολύ διάσημος ζωγράφος και είχε γεμίσει τους τοίχους του με υπέροχους πίνακες, ή μια ντίβα του κινηματογράφου που το είχε στολίσει με καλλιτεχνικές φωτογραφίες της και χρυσά βραβεία, ή , καμιά φορά, και οι δυο μαζί γιατί είχαν στο μεταξύ γνωριστεί και είχαν γίνει ζευγάρι.
Μετά από μερικά χρόνια όμως, το μικρό υπόγειο βαρέθηκε αυτό το όνειρο κι έψαξε να βρει άλλα. Άρχισε λοιπόν να παρακολουθεί μέσα από τα κάγκελα του παραθύρου τα παπούτσια των λιγοστών περαστικών που περνούσαν από το σπασμένο πεζοδρόμιο. Συνήθως βέβαια τα παπούτσια ήταν λερωμένα και φθαρμένα κι αυτό δεν του άφηνε και πολλά περιθώρια για ονειροπολήσεις. Που και που όμως περνούσε κάποιο καλογυαλισμένο ζευγάρι ανδρικά σκαρπίνια ή τίποτα ολοκαίνουργα γυναικεία γοβάκια που έκαναν τη φαντασία του να οργιάζει. Τι δεξιώσεις, τι γκαλά, τι απίστευτα πάρτι γινόταν στα όνειρά του. Πότε είχε σαλόνι με πάτωμα από σπάνιο μάρμαρο και πιάνο με ουρά, πότε αίθουσα χορού με ξύλινο παρκέ και πότε βεράντα με θέα τη θάλασσα, το πάρκο ή την κεντρική πλατεία. Μια φορά, είχε σταθεί έξω από το παράθυρο ένας μικρός ζητιάνος που γρατζουνούσε αδέξια ένα μισοδιαλυμένου βιολί. Εκείνο το βράδυ το υπόγειο είχε μετατραπεί σε υπέρλαμπρο θέατρο με αμέτρητα λαμπιόνια που σειόταν από το βροντερό χειροκρότημα των θεατών.
Κάποιον χειμώνα, ένα γέρικο καναρίνι το ‘σκασε από το κλουβί του και βρήκε καταφύγιο στο υπόγειο. Για τρεις ολόκληρες μέρες, κάθε φορά που άκουγε το κελάηδημα του πουλιού, το υπόγειο γινόταν λιβάδι καταπράσινο, πνιγμένο από πολύχρωμα λουλούδια και ψηλά δέντρα γεμάτα ζωή και λαχταριστούς καρπούς. Την τέταρτη μέρα όμως, το καναρίνι έπαψε να κελαηδά και να πεταρίζει και ν’ ανασαίνει. Και το υπόγειο πέρασε όλον τον υπόλοιπο χειμώνα δίχως ούτε ένα τοσοδά ονειράκι.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, το υπόγειο έμαθε να χρειάζεται όλο και πιο λίγα για να ονειρευτεί. Έτσι, όταν η υγρασία ζωγράφιζε περίεργα σχέδια στους τοίχους, αυτό ονειρευόταν ότι είχε έρθει ένα τσούρμο παιδιά με κόκκινα μάγουλα γεμάτα φακίδες και χαμογελαστά πρόσωπα και με τα κέρινα κραγιόνια τους το στόλισαν για να του δείξουν την αγάπη τους. Ακόμη και τότε που χάλασε η βρύση κι άρχισε να στάζει ρυθμικά πάνω στο γκαζοτενεκέ, πολύ το είχε ευχαριστηθεί. Φανταζόταν ότι χτυπούσε αδιάκοπα κόσμος την πόρτα του, που στο όνειρό του ήταν στιβαρή και βαριά, φτιαγμένη από μασίφ δρύινο ξύλο με όμορφες σκαλισμένες φιγούρες. Γιατί, μόνο μια τέτοια πόρτα άρμοζε σ’ ένα σημαντικό δωμάτιο σαν κι αυτό – δεν ήταν και πολύ σίγουρο βέβαια τι ακριβώς ήταν, αλλά μάλλον κάποιο υπουργείο ή ίσως και το σπίτι του Δημάρχου, αφού ο κόσμος έκανε ατελείωτες ουρές, λαχταρώντας πως και πως να περάσει στο εσωτερικό του.
Τέλος, υπήρχε το όνειρο της Κυριακής! Κάποιες Κυριακές, όταν είχε τα κέφια του, το υπόγειο φορούσε τα καλά του και γινόταν ένας μεγαλοπρεπής ναός – όχι πάντα της ίδιας θρησκείας, μερικές φορές και πολλών διαφορετικών ταυτόχρονα! Οι πολυάριθμοι πιστοί προσέρχονταν με ευλάβεια κι έμπαιναν μέσα του με χαμηλωμένο το κεφάλι, ψιθυρίζοντας προσευχές, παρακλήσεις και συγνώμες. Κάποιοι έβγαζαν πρώτα τα παπούτσια τους, κάποιοι άλλοι έκαναν το σταυρό τους, μερικοί κάθονταν σε περίεργες στάσεις πάνω στο ξύλινο πάτωμα, ενώ άλλοι έφερναν μαζί τους πολύτιμα δώρα κι αφιερώματα. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τους πηχτούς αρωματισμένους καπνούς και τα ζεστά χνώτα του πλήθους. Το καθαρό χρυσάφι στις τοιχογραφίες, τα εικονίσματα ή τα αγάλματα, ανάλογα με την περίσταση, λαμπύριζε σα χιλιάδες αστέρια στο αντιφέγγισμα των αμέτρητων κεριών.
Βέβαια, όπως σας είπα και πιο πριν, το υπόγειο δεν ήταν πάντα μόνο του. Ορισμένες – λίγες – φορές, υπήρχαν άνθρωποι που έμεναν εκεί. Μόνο που αυτοί δεν το έκαναν ποτέ να ονειρεύεται. Ποιος ξέρει άραγε γιατί. Ίσως επειδή ήταν βρώμικοι και άσχημοι. Ή ίσως πάλι γιατί ήταν ταλαιπωρημένοι – πιο πολύ και από το ίδιο. Ή ακόμη κι επειδή συνήθως δεν ήθελαν να το βλέπουν. Κι έτσι δεν ήθελε να τους βλέπει ούτε κι αυτό. Ναι, ναι αυτό ήταν βέβαιο. Προτιμούσε να είναι μόνο του.
Έτσι λοιπόν πάνω-κάτω περνούσαν τα χρόνια του. Πότε γεμάτα όνειρα, πότε βουτηγμένα στη μελαγχολία και πότε εντελώς κενά. Όπως περίπου περνάν και τα χρόνια των ανθρώπων.
Μέχρι εκείνη τη μέρα. Τη μέρα που η πόρτα του γκρεμίστηκε μονομιάς κι έπεσε στο πάτωμα σηκώνοντας ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης. Το υπόγειο ούρλιαξε από πόνο καθώς ένιωσε ένα κομμάτι του να ξεριζώνεται. Με ανάμεικτα συναισθήματα φόβου και οργής είδε δυο πλάσματα – που όμοια τους δεν είχε ξαναδεί – να περνάνε το κατώφλι του. Ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι – μα όχι σαν αυτά που συνήθιζαν να μένουν εκεί. Ήταν νέα και όμορφα, πολύ όμορφα και ,καθώς ξεπρόβαλαν μέσα από το σύννεφο, έμοιαζαν με αγγελούδια που κατέβηκαν για λίγο στη Γη. Το δωμάτιο τσιμπήθηκε για να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρευόταν. Όχι, όχι ήταν αλήθεια. Και δεν ήταν και Κυριακή.
«Τώρα γιατί το έκανες αυτό ρε μαλάκα; Κάποιος μπορεί να μας άκουσε,» είπε θυμωμένο το κορίτσι.
«Μην ανησυχείς, μωρό μου. Δεν υπάρχει κανείς τριγύρω, το έχω ψάξει. Το κτίριο είναι εγκαταλειμμένο εδώ και χρόνια» απάντησε το αγόρι κι άναψε ένα κλεφτοφάναρο.
«Εδώ λοιπόν θα ζήσουμε το όνειρό μας!» είπε χαρούμενα το κορίτσι εξετάζοντας τον άδειο χώρο στο μισοσκόταδο.
Το υπόγειο δε μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Πρώτη φορά μιλούσε κάποιος με τρυφερά λόγια γι’ αυτό. Αυτό ήταν αρκετό για ν’ αρχίσει να ονειρεύεται, μα το καθυστερούσε όσο πιο πολύ γινόταν, γιατί – για πρώτη φορά στη ζωή του – δεν ήθελε να χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα.
Το κορίτσι ξεκούμπωσε νωχελικά την μπλούζα του, μένοντας γυμνό από τη μέση και πάνω. Το αγόρι έβγαλε το μπουφάν του και το άπλωσε στο πάτωμα. Το κορίτσι κάθισε πάνω κι ακούμπησε την πλάτη του στον κρύο τοίχο. Το υπόγειο αναρίγησε στο άγγιγμα της μαλακής επιδερμίδας. Το αγόρι κάθισε δίπλα στο κορίτσι και το πήρε αγκαλιά. «Είσαι έτοιμη για το ταξίδι μας;» του ψιθύρισε στ’ αυτί. Το κορίτσι έγνεψε ναι και φιλήθηκαν στο στόμα. Ύστερα, το αγόρι ψηλάφισε την τσέπη του μπουφάν κι έβγαλε κάτι από μέσα. Το υπόγειο δεν ήξερε τι ήταν αυτό, μα είδε καθαρά ότι το κάρφωσε πρώτα στο χέρι του κοριτσιού κι ύστερα στο δικό του. Και μετά έγινε σιωπή.
«Πετάω, μωρό μου, πετάω! Με βλέπεις;» ρώτησε με φωνή που έτρεμε το αγόρι.
«Ναι αγάπη μου, δίπλα σου είμαι! Και είναι υπέροχα! Για κοίτα… Κοίτα πόσο όμορφα είναι όλα από εδώ ψηλά! Σαν όνειρο, το δικό μας όνειρο!» απάντησε εκστασιασμένο το κορίτσι.
«Θεέ μου, δεν το πιστεύω! Ονειρεύονται!» σκέφτηκε ενθουσιασμένο το υπόγειο. «Επιτέλους από εδώ και μπρος δε θα ονειρεύομαι μόνο.» Έκλεισε λοιπόν κι αυτό τα μάτια και τους ακολούθησε στ’ όνειρό τους.
Εκείνο το βράδυ, οι τρεις τους ταξίδεψαν σε απίστευτα μέρη, όπου το δωμάτιο άλλαζε συνεχώς μορφή και σχήμα, σαν τις πολύχρωμες εικόνες στα καλειδοσκόπια των μικρών παιδιών. Πότε γινόταν παλάτι, πότε παραδεισένιο νησί, πότε έναστρος ουρανός, μέχρι και διαστημόπλοιο έγινε!
Το επόμενο πρωί, το δωμάτιο ξύπνησε πρώτο. Όταν αντίκρισε τα δυο παιδιά να κοιμούνται αγκαλιασμένα πάνω στο μπουφάν, δάκρυσε από συγκίνηση. Τι νύχτα κι αυτή! Τώρα πια, δεν έβλεπε την ώρα που θα ξυπνούσαν, για να ονειρευτεί ξανά μαζί τους. Μέχρι και το μικρό του παραθυράκι του προσπάθησε να τεντώσει όσο πιο πολύ μπορούσε μπας και τρύπωνε καμιά ηλιαχτίδα να τους ξυπνήσει μια ώρα αρχύτερα. Η μέρα όμως έξω ήταν μουντή και μαύρη. Έτσι λοιπόν, δεν είχε άλλη επιλογή από το να περιμένει.
«ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΕΚΚΕΝΩΣΤΕ ΑΜΕΣΑ ΤΟ ΚΤΗΡΙΟ!» ακούστηκε να ουρλιάζει μια βραχνή φωνή μέσα από μια ντουντούκα. «ΣΕ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ!»
Το υπόγειο δε μπορούσε να καταλάβει τι είχε κάνει και του φώναζαν έτσι άγρια πρωί-πρωί, αλλά στην αρχή χάρηκε γιατί σκέφτηκε ότι η φασαρία θα ξυπνούσε τα παιδιά.
«ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ!», ακούστηκε ξανά η φωνή.
Τα παιδιά παρέμειναν ασάλευτα στη θέση τους.
«ΕΞΗΝΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ!», στρίγκλισε η ντουντούκα.
Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, το υπόγειο θυμήθηκε ξαφνικά το καναρίνι κι αισθάνθηκε ένα κόμπο να του δένει το λαιμό.
«ΠΕΝΤΕ… ΤΕΣΣΕΡΑ…ΤΡΙΑ…ΔΥΟ…ΕΝΑ!»
Η σιδερένια μπάλα χτύπησε με δύναμη την πολυκατοικία. Το υπόγειο ένιωσε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια του. Ακολούθησε κι άλλο χτύπημα. Ένας μεγάλος σωρός από μπάζα έπεσε με φόρα πάνω στην πλάτη του. Το υπόγειο έβαλε τα δυνατά του για να τα κρατήσει μακριά από τα παιδιά, αλλά τα χρόνια του δε βοηθούσαν. Στο τρίτο χτύπημα ένιωσε τις δυνάμεις του να το εγκαταλείπουν. Έκλεισε λοιπόν τα μάτια κι αφέθηκε στη μοίρα του…
Το επόμενο χτύπημα μετέτρεψε το υπόγειο σε μια άμορφη μάζα που άρχισε να πέφτει σαν γκρίζα βροχή πάνω στα σώματα των παιδιών. Μα, καθώς έπεφτε, το υπόγειο άνοιξε διάπλατα τα χέρια του σε μιαν απέραντη αγκαλιά κι έκρυψε βαθιά μέσα στα στήθη του τα δυο παιδιά. Και τότε, προς μεγάλη του έκπληξη, ανακάλυψε ότι αυτό ήταν τελικά που ονειρευόταν πραγματικά να γίνει σε όλη του τη ζωή!
Ετικέτες
παραμύθι
28 Φεβ 2009
Ένα αστέρι είναι πάντα ένα αστέρι
Πηγή εικόνας
– Μαμά, μαμά! Ένα αστέρι έπεσε στην αυλή μας!
– Ριιιίκο, ακόμα ξύπνιος είσαι; Δε σου είπα να πας για ύπνο εδώ και μια ώρα;
– Μα, μαμά…
– Μαμούνια! Γύρνα αμέσως στο κρεβάτι σου κακομοίρη μου, αλλιώς αύριο δε θα σε αφήσω να πας να παίξεις με τους φίλους σου.
– Δε με νοιάζει. Έτσι κι αλλιώς δε θέλω να πάω. Συνέχεια με κοροϊδεύουνε γιατί φοράω γυαλιά και γιατί από πάνω με λένε και Φρειδερίκο! Τι σου έφταιξα και μ’ έβγαλες Φρειδερίκο, μου λες;
– Σου το ‘χω πει χίλιες φορές. Αυτό ήταν το όνομα του μακαρίτη του παππού σου. Του πατέρα του πατέρα σου.
– Αφού ο πατέρας μου μας εγκατέλειψε. Γιατί δε με βάφτισες με το όνομα του πατέρα σου που τον λένε Μπάμπη κι είναι μια χαρά όνομα και κανένα παιδί δε θα κορόιδευε ποτέ έναν Μπάμπη.
– Γιατί πρώτα σε βαφτίσαμε και μετά μας εγκατέλειψε ο προκομμένος ο πατέρας σου.
– Δε με νοιάζει. Ας με ξαναβάφτιζες μετά.
– Άσε τις κουταμάρες και βουρ στο κρεβάτι.
– Δεν πάω πουθενά αν δε μ’ αφήσεις πρώτα να μαζέψω το αστέρι που έπεσε στην αυλή μας.
– Ουφ! Δε βγάζω άκρη μαζί σου. Τέλος πάντων. Άναψε το φώτα του κήπου και βγες μέχρι την εξώπορτα. Αλλά ως εκεί, μ’ ακούς; Βήμα παραπέρα. Και μη λερώσεις τις καθαρές σου πιτζάμες, γιατί μαύρο φίδι που σ’ έφαγε.
Πριν προλάβει να τελειώσει η μητέρα του τη φράση της, ο Ρίκος είχε ήδη φτάσει στην πόρτα κι έτρεχε προς τον κήπο. «Ριιιικο. Σου είπα να μη βγεις έξω. Γύρνα αμέσως πίσω», ούρλιαξε αυτή.
Όμως ο Ρίκος δεν της έδωσε την παραμικρή σημασία. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει το αστέρι. Αυτό όμως δεν ήταν και τόσο εύκολο γιατί όλη τη μέρα έβρεχε κι ο κήπος ήταν γεμάτος λάσπες. Ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια του για να συνηθίσει στο σκοτάδι κι άρχισε να ψάχνει.
Στην αρχή νόμισε ότι το είχε δει να πέφτει πάνω στο πλακοστρωμένο δρομάκι. Το περπάτησε δυο-τρεις φορές πάνω-κάτω, αλλά δε βρήκε τίποτα. Μετά, είδε κάτι να γυαλίζει μέσα στο παρτέρι με τις τριανταφυλλιές. Πλησίασε πατώντας ανάλαφρα για να μη βουλιάξουν οι παντόφλες του στη λάσπη κι έχωσε το χέρι του ανάμεσα στα τριαντάφυλλα. Τεντώθηκε, ξανατεντώθηκε, προσπάθησε λίγο ακόμα, μέχρι που τα ακροδάχτυλά του ίσα που το άγγιξαν. Με απογοήτευση κατάλαβε ότι δεν ήταν παρά ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο από σοκολάτα που το είχε πετάξει ο ίδιος το προηγούμενο πρωί.
Τράβηξε το χέρι πίσω με πολύ προσοχή, αλλά παρόλ’ αυτά η πιτζάμα του μπλέχτηκε στ’ αγκάθια και σκίστηκε λίγο στην άκρη. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε η φωνή της μητέρας του, «Ριιιίκο, έλα τώρα αμέσως μέσα αλλιώς θα έρθω εγώ έξω και τότε αλίμονό σου.»
Ο Ρίκος ήξερε ότι όταν το έλεγε αυτό η μαμά του το εννοούσε. Αποφάσισε λοιπόν να παρατήσει το ψάξιμο και να επιστρέψει το πρωί με το πρώτο φως του ήλιου. Τίναξε τις παντόφλες του στο πλακόστρωτο για να φύγουν οι λάσπες κι άρχισε να τρέχει προς το σπίτι. Μες στο σκοτάδι όμως δεν είδε μια πλαστική μπάλα που ήταν παρατημένη στο δρόμο του, την πάτησε, έκανε μια θεαματική τούμπα και προσγειώθηκε φαρδύς πλατύς μέσα σε μια μεγάλη λακκούβα με λάσπη, ενώ ταυτόχρονα η μια του παντόφλα εκσφενδονίστηκε στον αέρα.
«Πω, πω! Θα με σκοτώσει η μαμά,» ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε.
Στήριξε τα χέρια του στο χώμα για να σηκωθεί και τότε, μέσα στη λάσπη, έπιασε κάτι που έμοιαζε με μεγάλη πέτρα, αλλά ήταν πολύ λείο και ζεστό.
«Το βρήκα! Το βρήκα!» φώναξε, και κρατώντας την πέτρα αγκαλιά γύρισε χοροπηδώντας στο ένα πόδι στο σπίτι, αφού τώρα φορούσε μόνο μια παντόφλα.
Μόλις τον είδε η μητέρα του βουτηγμένο στη λάσπη από την κορφή ως τα νύχια, με την πιτζάμα του σκισμένη, με μια μόνο παντόφλα και μια λερωμένη πέτρα αγκαλιά, κόντεψε να πάθει συγκοπή.
– Σταμάτα εκεί που είσαι. Πέταξε την πέτρα στον κήπο και μπες στο μπάνιο όπως είσαι, με τα ρούχα.
– Μα, μαμά, δεν είναι πέτρα, είναι το αστέρι που σου έλεγα. Το βρήκα!
– Αυτό; Αυτό δεν είναι παρά μια λασπωμένη πέτρα.
– Όχι μαμά. Δεν είναι αλήθεια. Ένα αστέρι είναι πάντα ένα αστέρι ακόμα κι αν είναι βουτηγμένο στη λάσπη. Ένα πλυσιματάκι χρειάζεται μόνο και θα λάμψει σαν καινούργιο, θα δεις.
– Τέλος πάντων. Έχε χάρη που το πρωί πρέπει να σηκωθώ νωρίς για δουλειά και δεν μπορώ να χάσω άλλο χρόνο. Πάρε την πέτρα μαζί σου στο μπάνιο. Αλλά σε προειδοποιώ, μην προσπαθήσεις να την πάρεις στο κρεβάτι σου, γιατί θα τη στείλω πίσω από κει που ‘ρθε κι ακόμα παραπέρα.
Ο Ρίκος πήγε στο μπάνιο όλο χαρά και μπήκε με τα ρούχα στο ζεστό αφρόλουτρο. Πήρε το σφουγγάρι, το βούτηξε στη σαπουνάδα κι άρχισε να τρίβει την πέτρα με δύναμη. Βαθιά μέσα του έλπιζε ότι κάτω από τη λάσπη θα κρυβόταν ένα ολόχρυσο λαμπερό αστέρι που κάποτε αστραποβολούσε στον ουρανό. Δυστυχώς όμως αντί γι’ αυτό, ανακάλυψε πως δεν ήταν παρά μια μαύρη πέτρα. Μακρουλή και λεία σαν μεγάλο αυγό και μαύρη σαν το κάρβουνο. Κι όχι μόνο δεν αστραποβολούσε, αλλά φαινόταν να καταπίνει αχόρταγα το αχνό φως της λάμπας που έπεφτε πάνω της και να το κάνει σκοτάδι. Α, όχι! Αυτό δε μπορούσε να το χωνέψει! Έπιασε ξανά το σφουγγάρι κι άρχισε να την τρίβει ακόμα πιο δυνατά. Τόσο, που το σφουγγάρι άρχισε να διαλύεται. Μα το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο από αυτό που περίμενε. Όσο πιο πολύ έτριβε την πέτρα, τόσο πιο μαύρη γινόταν αυτή.
Ένα μεγάλο δάκρυ κύλησε στο μαγουλάκι του Ρίκου και βούτηξε μέσα στο νερό της μπανιέρας. Κι ύστερα άλλο ένα κι ένα ακόμα.
«Χαζοπέτρα!» είπε στο μαύρο αυγό και το πέταξε με τα δυο χέρια στον σκουπιδοτενεκέ του μπάνιου. Είχε στεναχωρηθεί τόσο πολύ. Γι’ άλλη μια φορά είχε ελπίσει σε κάτι, σε κάτι που θα μπορούσε να κάνει όλα τα κακά και άσχημα να φαίνονται μικρά κι ασήμαντα, μόνο και μόνο για ν’ απογοητευτεί ξανά. Γιατί όπως και να το κάνουμε ένα αστέρι δεν είναι αστείο πράγμα. Τι κι αν δεν είχε πατέρα, τι κι αν ζούσε σ’ ένα σπίτι παλιό και σαραβαλιασμένο, τι κι αν τον έλεγαν Φρειδερίκο. Θα είχε ένα αστέρι ολοδικό του κι αυτό θα ήταν το μεγάλο μυστικό του. Και θα ήταν απίθανο. Αλλά τώρα είχε μόνο μια μαύρη πέτρα…
«Ριιιίκο, ακόμα στο μπάνιο είσαι; Θα κρυώσεις,» η φωνή της μητέρας του διέκοψε απότομα τις σκέψεις του. Ο Ρίκος πετάχτηκε σαν ελατήριο μέσα από την μπανιέρα σκορπίζοντας τριγύρω του νερά και σαπουνάδες. Σκουπίστηκε βιαστικά, έπλυνε απρόθυμα τα δόντια του και αφήνοντας πίσω του μικρές λιμνούλες νερού και υγρές πατημασιές, κατευθύνθηκε προς στο δωμάτιο του. Εκεί, καθισμένη στο κρεβάτι τον περίμενε η μητέρα του. Έκανε να του γκρινιάξει μα είδε τα κοκκινισμένα μάτια του και κατάλαβε.
«Έλα εδώ μπουμπουκάκι μου,» του είπε κι άνοιξε διάπλατα τα χέρια της. Ο Ρίκος, που περίμενε να φάει μια γερή κατσάδα, για μια στιγμή σάστισε. Χωρίς να το πολυσκεφτεί όμως όρμηξε στην αγκαλιά της κι έχωσε το κεφαλάκι του στο ζεστό της στήθος. Αυτή χάιδεψε τρυφερά τα βρεγμένα του μαλλιά και του ψιθύρισε σιγανά στ’ αυτί, λες και του ‘λεγε κάποιο μεγάλο μυστικό.
– Ξέρεις αγάπη μου, δεν είναι κακό στη ζωή να έχουμε όνειρα κι ελπίδες. Και δεν πρέπει ν’ απογοητευόμαστε με την πρώτη αναποδιά. Πρέπει να πιστεύουμε, γιατί άμα πιστεύουμε αληθινά και με όλη μας την κάρδια όλα μπορούν να συμβούν.
– Μα, μαμά, είπε ο Ρίκος με παράπονο, ήμουν σίγουρος ότι ήταν ένα αστέρι. Το είδα σου λέω. Αλλά τελικά δεν ήταν παρά μια χαζή μαύρη πέτρα. Γιατί μαμά; Γιατί;
– Ποιος ξέρει; Μπορεί απλά μέσα στο σκοτάδι να έκανες λάθος και το αστέρι να είναι ακόμα στον κήπο μας. Κοιμήσου τώρα και σου υπόσχομαι ότι το πρωί θα ψάξουμε μαζί.
– Αλήθεια μανούλα; Είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου! Σ’ αγαπάω τόοοοσο πολύ! είπε ο Ρίκος ανοίγοντας τα χέρια του όσο πιο πολύ μπορούσε και μετά της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο.
– Άντε ύπνο τώρα, είπε αυτή με δήθεν αυστηρό τόνο κι έσβησε το φως, προσπαθώντας να κρύψει τη συγκίνησή της.
Εκείνο το βράδυ ο Ρίκος είδε ένα πολύ περίεργο όνειρο. Είδε τη μαύρη πέτρα, μόνο που δεν ήταν μαύρη. Ήταν χρυσή και φεγγοβολούσε. Κι ήταν ακουμπισμένη πάνω σ’ έναν ξύλινο πάγκο. Γύρω της υπήρχαν κι ένα σωρό άλλες χρυσές πέτρες. Κοίταξε τριγύρω κι είδε ότι βρισκόταν σε μια σπηλιά. Από το βάθος ερχόταν ένα έντονο φως που τρεμόπαιζε. Περπάτησε προς τα εκεί στις μύτες των ποδιών του και κρύφτηκε πίσω από έναν σταλαγμίτη. Φοβόταν λίγο, αλλά ήθελε πολύ να δει τι γινόταν. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έγειρε λίγο το κεφάλι στο πλάι για να κρυφοκοιτάξει. Κι αυτό που είδε τον άφησε με το στόμα ανοιχτό!Ένας κοντός γεροδεμένος άντρας με μακριά λευκά μαλλιά και πυκνά γένια στεκόταν όρθιος μπροστά από ένα πέτρινο αμόνι. Από τη μέση και πάνω ήταν γυμνός, αλλά το στήθος του καλυπτόταν από μια δερμάτινη ποδιά που έφτανε χαμηλά ως τα πόδια του. Δίπλα του, σ’ ένα καμίνι, σιγόκαιγε φωτιά και πάνω της ήταν ξαπλωμένο ένα μαύρο αυγό, ολόιδιο με την πέτρα του Ρίκου.
Ο άντρας έπιασε το αυγό με μια λαβίδα και το ακούμπησε με προσοχή πάνω στο αμόνι. Μετά, πήρε ένα μεγάλο σφυρί και το κράτησε σφιχτά με τα δυο του χέρια. Το σήκωσε ψηλά στον αέρα και το κατέβασε με δύναμη πάνω στο αυγό. Ακούστηκε ένας εκκωφαντικός μεταλλικός θόρυβος και ξάφνου η σπηλιά πλημύρισε με χρυσαφένιες σπίθες. Ο άντρας επανέλαβε την ίδια κίνηση ξανά και ξανά. Μέχρι που, από τις πολλές σπίθες, η σπηλιά έμοιαζε με ουρανό γεμάτο μ’ αστέρια. Μετά από λίγο, ο άντρας σταμάτησε. Παράτησε το σφυρί και γύρισε στο πλάι για να πιάσει έναν ξύλινο κουβά. Ο Ρίκος φοβήθηκε ότι θα τον έβλεπε και κρύφτηκε. Άκουσε ένα δυνατό «πλοπ!» καθώς το αυγό βούτηξε στο κρύο νερό κι ύστερα ένα μακρόσυρτο «φσσστ» σαν το θόρυβο που κάνει ο ατμός όταν βγαίνει από την τσαγιέρα. Ο Ρίκος δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στην περιέργειά του κι έτσι έγειρε ξανά το κεφάλι στο πλάι. Μόνο που αυτή τη φορά ο άντρας στεκόταν απέναντί του χαμογελαστός και κρατούσε στο ένα του χέρι ένα ολόχρυσο αυγό. Ο Ρίκος πάγωσε από φόβο.
«Μη φοβάσαι, έλα εδώ», είπε ο άντρας και με το ελεύθερο χέρι τού έγνεψε να πλησιάσει. Ο Ρίκος χωρίς να το πολυσκεφτεί πήγε κοντά του.
«Αυτό είναι δικό σου», είπε ο άντρας και του έδωσε το αυγό. «Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, έτσι δεν είναι;» Ο Ρίκος πήρε το αυγό αγκαλιά κι έγνεψε καταφατικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως ή γιατί, αλλά, ναι, ήξερε πάρα πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει. Περπάτησε έξω από τη σπηλιά και κοίταξε τον ουρανό. Λύγισε τα πόδια και κατέβασε τα χέρια του χαμηλά για να πάρει φόρα και με μια δυνατή σπρωξιά πέταξε το αυγό στον αέρα. Κι αυτό πέταξε ψηλά, πολύ ψηλά, πάνω από τα σύννεφα, δίπλα στο φεγγάρι, ανάμεσα στ’ αστέρια. Μέχρι που έγινε κι αυτό ένα αστέρι. Ο Ρίκος ένιωσε για πρώτη φορά πραγματικά ευτυχισμένος! Ξάπλωσε στο μαλακό γρασίδι μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά και χάζευε το αστέρι του καθώς ταξίδευε μέσα στο άπειρο.
Κάποια στιγμή όμως τ’ αστέρι σταμάτησε απότομα, λες και το άρπαξε κάποιο αόρατο χέρι. Κι ύστερα άρχισε να πέφτει. Και να σβήνει. «Όχι, όχι!» ούρλιαξε ο Ρίκος κι έτρεξε για να το πιάσει. Δεν πρόλαβε όμως, γιατί όλα, ο άντρας, η σπηλιά, το φεγγάρι και τ’ αστέρια, έσβησαν μονομιάς.
Ο Ρίκος ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα. «Η πέτρα μου,» φώναξε. «Η πέτρα μου είναι στ’ αλήθεια ένα αστέρι. Το δικό μου αστέρι.» Κι έτρεξε στο μπάνιο για να την βγάλει από τον σκουπιδοτενεκέ. Μόνο που η πέτρα δεν ήταν πια εκεί…«Μαμάααα! Μαμάαααα!» φώναξε με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια του.
Μετά από δυο λεπτά έφτασε η μητέρα του αλαφιασμένη και τον είδε μούσκεμα στον ιδρώτα να κλαίει πάνω από τον σκουπιδοτενεκέ.
– Ρικουλάκη μου, αγάπη μου, τι συμβαίνει; Γιατί κλαις;
– Το, το, α-αστέρι, ψέλλισε αυτός κι έδειξε τον άδειο σκουπιδοτενεκέ.
– Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. Μα για να δω. Εσύ ψήνεσαι στον πυρετό. Αχ, στο είπα ότι θα κρυώσεις. Αφού το ξέρεις ότι στην κατάσταση σου πρέπει να προσέχεις. Στο έχω πει χίλιες φορές. Πάμε τώρα αμέσως να σου αλλάξω ρούχα και να κουκουλωθείς κάτω απ’ τα σκεπάσματα μέχρι να έρθει ο γιατρός.
– Μα, το αστέρι, διαμαρτυρήθηκε ο Ρίκος, εδώ ήταν.
– Δεν ξέρω τι λες. Εγώ το πρωί που άδειασα τα σκουπίδια δε βρήκα κανένα αστέρι. Σου υπόσχομαι όμως αν ξαπλώσεις στο κρεβατάκι σου και είσαι καλό παιδί να κατέβω μετά και να ψάξω στον κήπο.
Ο Ρίκος προσπάθησε ν’ αντισταθεί, αλλά η μητέρα του τον βούτηξε από τη μέση και τον πήγε σηκωτό μέχρι το κρεβάτι του. Του έβαλε στεγνές πυτζάμες και μετά τον σκέπασε μ’ ένα βαρύ πάπλωμα μέχρι σχεδόν τη μύτη του.
– Λοιπόν όπως είπαμε, του είπε κουνώντας δεικτικά το δάχτυλο, μην το κουνήσεις ρούπι από δω καημένε μου γιατί αλλοίμονό σου. Πάω κάτω να πάρω τηλέφωνο τον γιατρό και να σου ετοιμάσω κάτι ζεστό. Μετά θα έρθω να σου διαβάσω όποιο παραμύθι θέλεις. Συνεννοηθήκαμε;
Ο Ρίκος ήθελε να της πει για το αστέρι, αλλά το στόμα του ήταν φιμωμένο κάτω από τα βαριά σκεπάσματα. Έκανε να τα τραβήξει λίγο προς τα κάτω για να ελευθερωθεί, αλλά η μητέρα του τα ξανατράβηξε αμέσως πάνω και τον αγριοκοίταξε. Έτσι λοιπόν κι αυτός αποφάσισε να περιμένει. Αφουγκράστηκε προσεκτικά τα βήματά της καθώς κατέβαινε τη σκάλα και τα μέτρησε ένα-ένα. Όταν άκουσε το τρίξιμο της πόρτας της κουζίνας ήξερε πολύ καλά ότι ήταν ώρα να δράσει. Κι έπρεπε να το κάνει γρήγορα.
Ξεγλίστρησε έξω από τα σκεπάσματα προσέχοντας όμως να μην τα ξεστρώσει, για να μπορεί μετά να ξανατρυπώσει μέσα χωρίς να φαίνεται ότι είχε βγει. Αισθάνθηκε να κρυώνει πολύ, πάρα πολύ. Φόρεσε την αθλητική του φόρμα πάνω από τη πυτζάμα. Κρύωνε όμως ακόμα κι έτσι έβαλε κι ένα πουλόβερ, κι από πάνω το μπουφάν του. Κι επειδή είχε ακούσει ότι το ανθρώπινο σώμα χάνει πολύ θερμότητα από το κεφάλι, φόρεσε και το σκουφάκι του κολυμβητηρίου. Μόνο τα πόδια του είχαν μείνει πια γυμνά. Αλλά οι παντόφλες του ήταν άφαντες. Κι όλα τα παπούτσια του, ήταν κάτω, δίπλα στην εξώπορτα. Κοίταξε κάτω από το κρεβάτι κι ανακάλυψε ξεχασμένο από το καλοκαίρι ένα ζευγάρι πορτοκαλιά βατραχοπέδιλα. Το σίγουρο ήταν ότι δε μπορούσε να βγει έξω ξυπόλυτος. Κι έτσι τα πήρε μαζί του. Δεν τα φόρεσε ακόμα για να μην κάνει θόρυβο.
Περπάτησε στις μύτες των ποδιών του στο ξύλινο πάτωμα μέχρι που έφτασε δίπλα στο παράθυρο. Το άνοιξε με πολύ απαλές κινήσεις κι έβγαλε έξω το κεφάλι του. Ο παγωμένος αέρας του έδωσε ένα γερό χαστούκι. Ένιωσε χίλιες βελόνες να τρυπάνε τα ζεστά μαγουλάκια του. Δεν πτοήθηκε όμως καθόλου. Κάθισε στο περβάζι με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό και φόρεσε τα βατραχοπέδιλα. Μετά, αγκάλιασε την υδρορροή και γλίστρησε στον κήπο. Έριξε μια ματιά από το παράθυρο της κουζίνας και είδε τη μητέρα του που μιλούσε ακόμα στο τηλέφωνο. «Ωραία», σκέφτηκε, «δεν κατάλαβε τίποτα» και διέσχισε τον κήπο σκυφτός για να μπορεί να κρύβεται πίσω από τους θάμνους και τα λουλούδια.
Για καλή του τύχη, η αυλόπορτα ήταν ανοιχτή. Βγήκε στο πεζοδρόμιο κι άρχισε να τρέχει. Όπως μπορούσε βέβαια, γιατί τα βατραχοπέδιλα τον δυσκόλευαν πολύ, καθώς κι όλα τα υπόλοιπα ρούχα που φορούσε. Ένας κύριος που έκανε τζόκινγκ στο απέναντι πεζοδρόμιο κι είδε το αλλόκοτο αυτό πλάσμα τράκαρε με μια κολώνα, ενώ ένας περαστικός οδηγός τηλεφώνησε στην αστυνομία μιλώντας για εξωγήινους.
Ο Ρίκος έστριψε τη γωνία και ξεφύσησε με ανακούφιση. Ο κάδος του δήμου ήταν ακόμα γεμάτος με σκουπίδια. Άρα δεν τα είχαν μαζέψει και το αστέρι του πρέπει να ήταν εκεί. Όλο χαρά έτρεξε προς τν κάδο. Μόλις έφτασε μπροστά του, άρχισε να εξετάζει προσεκτικά το περιεχόμενό του, προσπαθώντας να εντοπίσει τη δική τους σακούλα. Δεν θα ήταν πολύ δύσκολο, γιατί η μητέρα του πάντα την έκλεινε μ’ έναν μεγάλο κόκκινο φιόγκο. Λες κι ήταν κάποιο ακριβό δώρο.
Κοίταξε, ξανακοίταξε και τελικά του φάνηκε πως την είδε. Ήταν πλακωμένη από κάτι μισοσκισμένες σακούλες με αποφάγια. «Μπλιαχ!» σκέφτηκε καθώς μια βαριά μπόχα χτύπησε τα ρουθούνια του. Σιχαινόταν πολύ, αλλά δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Άπλωσε το χέρι για να πιάσει τη σακούλα, αλλά πριν καν την αγγίξει τον σταμάτησε ένα άγριο γρύλισμα. Γύρισε το κεφάλι κι είδε ένα μεγάλο αδέσποτο σκυλί που του έδειχνε απειλητικά τα μεγάλα του δόντια, ενώ σάλια έτρεχαν από το στόμα του.
Ο Ρίκος ήθελε να τρέξει, αλλά τα πόδια του είχαν κοπεί από το φόβο.
«Μούργο! Μούργο! Που στο καλό είσαι βρε Μούργο;» ακούστηκε μια φωνή. Ο σκύλος γαύγισε λες κι ήθελε ν’ απαντήσει. Ένα κοντό ανθρωπάκι με μια μακριά χιλιομπαλωμένη καμπαρντίνα κι ένα μαύρο μάλλινο σκούφο που κατέβαινε χαμηλά ως τα μάτια του, ξεπρόβαλε από τη γωνία. Το δέρμα του προσώπου του ήταν σκούρο και ρυτιδιασμένο και η μακριά λευκή γενειάδα του ανέμιζε σαν σημαία στον αέρα.
«Αμάν! Ο Μόρος», σκέφτηκε μόλις τον είδε ο Ρίκος. Όλα τα παιδιά ήξεραν τον Μόρο. Και τον φοβόταν, τον φοβόταν πολύ. Ήταν αυτός που οι μανάδες τους έλεγαν ότι θα τα πάρει αν δεν ήταν φρόνιμα ή όταν δεν έτρωγαν το φαγητό τους. Κάποιοι έλεγαν ότι κλέβει παιδιά και τα πουλάει, άλλοι ότι τα κρατάει σκλάβους σ’ ένα μπουντρούμι κι άλλοι ότι τα τρώει.
Ο σκύλος ξαναγρύλισε. Ο Ρίκος κοίταζε τώρα μια το σκύλο και μια τον Μόρο. Και δεν ήξερε ποιον από τους δύο φοβόταν πιο πολύ. Ο Μόρος πλησίασε το σκύλο κι άπλωσε το χέρι του. Ο σκύλος του το έγλυψε και κούνησε χαρούμενα την ουρά του.
– Μπα τι έχουμε εδώ; είπε με μια βροντερή βαθιά φωνή κοιτάζοντας προς τον Ρίκο. Έναν κλέφτη;
Ο Ρίκος ανοιγόκλεισε το στόμα του, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα.
– Τι έγινε μικρέ; Άργησα και σου έφαγε ο Μούργος τη γλώσσα; Μάλλον θα σε πέρασε γι’ αγριόπαπια έτσι που είσαι ντυμένος, κάγχασε ο Μόρος.
– Δε-δεν είμαι κλέ-κλεφτης, κατάφερε τελικά να ψελλίσει ο Ρίκος.
– Τότε τι κάνεις με τα σκουπίδια μου; Ε; Δεν το ξέρεις ότι τα σκουπίδια είναι δικά μου. Όλοι το ξέρουν αυτό. Έτσι, δεν είναι Μούργο;
– Ο σκύλος γαύγισε δυο φορές για να δείξει ότι συμφωνούσε.
– Τέλος πάντων, αυτή τη φορά σε συγχωρώ. Άντε πήγαινε πίσω στη μανούλα σου και μην ξαναπατήσεις εδώ. Κατάλαβες;
Ο Ρίκος άρχισε να τρέμει. Ίσως από τον πυρετό, ίσως από φόβο, ίσως κι από τα δύο. Αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση του.
– Καλά κουφός είσαι σπόρε; Φύγε το καλό που σου θέλω, γιατί ο Μούργος είναι τρεις μέρες νηστικός.
– Δε-δε μπορώ να φύγω. Πρε-πρέπει να βρω κάτι που έχασα.
– Ότι και να’ ναι αυτό, τώρα πια είναι δικό μου. Φύγε. Είναι η τελευταία φορά που το λέω, μ’ ακούς;
– Όχι, δε φεύγω αν δεν το βρω, είπε με πείσμα ο Ρίκος που ξαφνικά είχε σταματήσει να τρέμει.
– Καλά και δε φοβάσαι;
– Φοβάμαι, αλλά δε μπορώ να φύγω. Πρέπει να το βρω.
– Ε, λοιπόν, μ’ αρέσεις, είπε ο Μόρος και η φωνή του μαλάκωσε απότομα. Μ’ αρέσεις γιατί ξέρεις τι θέλεις και είσαι έτοιμος να παλέψεις γι’ αυτό. Πολύ λίγοι άνθρωποι το κάνουν αυτό ξέρεις. Γι’ αυτό θα σου κάνω ένα δώρο. Διάλεξε όποια σακούλα θες κι εγώ θα τη βγάλω απ’ τον κάδο και θα στη δώσω. Αλλά μόνο μια, σύμφωνοι; Γι’ αυτό διάλεξε προσεχτικά. Δεν θα έχεις δεύτερη ευκαιρία.
Ο Ρίκος, που δε μπορούσε να πιστέψει την τύχη του, κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Ξαναεξέτασε προσεχτικά όλες τις σακούλες. Ναι, ναι, ήταν σίγουρος. Αυτός ήταν ο φιόγκος της μαμάς του.
– Αυτή, αυτή με τον κόκκινο φιόγκο, είπε κι έδειξε τη σακούλα.
– Μούργο, φέρτη, είπε ο Μόρος κι σκύλος μ’ έναν πήδο βούτηξε στον κάδο κι άρπαξε με τα δόντια του τη σακούλα. Δίχως να την σκίσει, την έβγαλε έξω και την άφησε μπροστά στα πόδια του Ρίκου.
– Για να δούμε τι θησαυρούς κρύβει μέσα, είπε ο Μόρος κι έβγαλε από την τσέπη του ένα σουγιά. Κατέβασε την ατσάλινη λάμα με δύναμη πάνω στην πλαστική σακούλα και το περιεχόμενό της ξεχύθηκε στο πεζοδρόμιο.
Ο Ρίκος άρχισε να ψάχνει κλωτσώντας δεξιά κι αριστερά με τα βατραχοπέδιλα. Μαζί του κι ο Μούργος, που έχωσε τη μουσούδα του στο σωρό από τα σκουπίδια. Ναι, αυτά τα σκουπίδια ήταν σίγουρα τα δικά τους. Αλλά το αστέρι, που ήταν το αστέρι;
«Ρίιιιικο», ακούστηκε η φωνή της μητέρας του καθώς έστριβε από τη γωνία, ενώ ο ηλικιωμένος γιατρός έτρεχε ξωπίσω της κρατώντας το καπέλο του για να μην του φύγει. «Ρίιιικο, που είσαι;»
Ο Ρίκος κατάλαβε ότι δεν είχε άλλο χρόνο. Έπεσε στα τέσσερα κι άρχισε να ψάχνει με τα χέρια. Μόλις τον είδε η μητέρα του έπαθε σοκ. «Ρίκο τι κάνεις μες στα σκουπίδια; Τρελάθηκες;» ρώτησε. Αλλά ο Ρίκος δε μπόρεσε ν’ απαντήσει γιατί ξαφνικά ένοιωσε τα μάτια του να βαραίνουν κι όλα έσβησαν μονομιάς.
Όταν ο Ρίκος ξανάνοιξε τα μάτια του βρισκόταν έξω από τη σπηλιά που είχε δει στ’ όνειρό του. Μόνο που τώρα ήταν μέρα. Δεν υπήρχαν αστέρια, ούτε και φεγγάρι στον ουρανό. Μόνο ένας μεγάλος λαμπερός, ζεστός ήλιος. Αλλά αυτός φορούσε ακόμα τη φόρμα, το μπουφάν, το σκουφάκι και τα πορτοκαλιά βατραχοπέδιλα.– Μα που είμαι; αναρωτήθηκε φωναχτά.
– Σπίτι, του απάντησε μια γνώριμη φωνή. Στο δικό μου σπίτι…
Ο Ρίκος γύρισε και είδε τον Μόρο. Μόνο που δε φορούσε σκούφο και καμπαρντίνα. Φορούσε μια δερμάτινη ποδιά που έφτανε χαμηλά ως τα πόδια του.
– Εσύ…, είπε ο Ρίκος.
– Ναι, εγώ, απάντησε αυτός την ώρα που ξεπρόβαλε από τη σπηλιά ο Μούργος κουνώντας παιχνιδιάρικα την ουρά του.
– Νομίζω πως αυτό είναι δικό σου, είπε ο Μόρος και σήκωσε από το χώμα ένα μεγάλο μαύρο αυγό.
– Το αστέρι μου! Το αστέρι μου! αναφώνησε χαρούμενος ο Ρίκος. Νόμιζα ότι το είχα χάσει για πάντα! Μα, που το βρήκες;
– Εκεί που το πέταξες. Στα σκουπίδια. Αυτή είναι η δουλειά μου ξέρεις. Να μαζεύω παλιά όνειρα κι ελπίδες που έχει πετάξει ο κόσμος στα σκουπίδια, να τα επισκευάζω και να τα κάνω καινούργια.
– Τα όνειρα, ποια όνειρα; Δεν καταλαβαίνω.
– Καλά λοιπόν. Θα σου εξηγήσω τότε. Τις νύχτες, κάθε αστέρι που βλέπεις να φεγγίζει στον ουρανό είναι ένα όνειρο, μια ελπίδα κάποιου ανθρώπου. Όσο πιο μεγάλο είναι το όνειρο, όσο πιο δυνατή η ελπίδα, τόσο πιο πολύ λάμπει αυτό. Κι όταν καμιά φορά ο άνθρωπος αυτός χάσει την ελπίδα του ή ξεχάσει τ’ όνειρό του, το αστέρι πεθαίνει. Πέφτει στη Γη και σβήνει. Έτσι γεννιούνται τα πεφταστέρια. Κι αυτό που απομένει τελικά είναι μια λεία μαύρη πέτρα. Να! σαν κι αυτή. Μόνο που η πέτρα αυτή εξακολουθεί να κρύβει μέσα της ένα αστέρι. Γιατί ένα αστέρι είναι πάντα ένα αστέρι ακόμα κι αν είναι καλά κρυμμένο στην καρδιά μιας κατάμαυρης πέτρας. Εγώ μαζεύω τις πέτρες αυτές και τις πελεκώ μέχρι να βρω ξανά το αστέρι που κρύβουν μέσα τους. Ύστερα, όταν κάποιος τη νύχτα κάνει μια ευχή, τις στέλνω πίσω στον ουρανό και γίνονται καινούργια όνειρα κι ελπίδες. Ελαφρώς μεταχειρισμένα βέβαια είναι η αλήθεια, αλλά φωτεινά και όμορφα σαν καινούργια, κι ακόμα καλύτερα μπορώ να σου πω.
– Μα αυτό είναι καταπληκτικό! είπε ο Ρίκος. Δηλαδή αν κάνω τώρα μια ευχή, θα στείλεις το αστέρι μου πίσω στον ουρανό και θα πραγματοποιηθεί;
– Μισό λεπτό. Εγώ δεν είπα τίποτα για πραγματοποίηση της ευχής. Μίλησα μόνο για όνειρα κι ελπίδες. Μια ευχή από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται πίστη. Και υπομονή. Πολύ υπομονή.
– Δύσκολο ακούγεται. Αλλά λέω να προσπαθήσω. Τι ευχή να πρωτοκάνω όμως; Θέλω τόσα πολλά. Θα’ θελα έχω έναν μπαμπά, να μη με λένε Φρειδερίκο αλλά Μπάμπη σαν τον άλλο μου παππού, να ζούσα σ’ ένα ωραίο καινούριο σπίτι χωρίς τρύπια σκεπή και ξεχαρβαλωμένα κεραμίδια, να μην με κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά, και η μαμά μου να ήταν πιο χαρούμενη και να μην έκλαιγε ποτέ ξανά. Α, ναι και να μην αρρώσταινα τόσο συχνά, γιατί είμαστε φτωχοί και δεν έχουμε λεφτά για γιατρούς κάθε λίγο. Ή μήπως να είχαμε πολλά λεφτά; Α, μπα. Καλύτερα να μην αρρώσταινα. Τελικά δε μου φτάνει ένα αστέρι. Εγώ χρειάζομαι ολόκληρο γαλαξία.
– Ξέρεις μικρέ, καμιά φορά όταν δίνουμε κάτι, κερδίζουμε πολύ περισσότερα απ’ ότι αν το κρατήσουμε για τον εαυτό μας, είπε ο Μόρος.
– Δηλαδή; Πάλι δεν κατάλαβα, είπε ο Ρίκος. Εξήγη…
– Ρίικο! Ρίιικο! ακούστηκε ξαφνικά η φωνή της μητέρας του.
– Δεν το πιστεύω! είπε ο Ρίκος. Πως τα κατάφερε να με βρει ακόμα κι εδώ; Γύρισε να κοιτάξει τον Μόρο μήπως κι είχε κάποια ιδέα, αλλά δεν ήταν πια εκεί. Ούτε ο Μούργος. Ούτε και η σπηλιά. Ο ήλιος άρχισε να μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο μέχρι που όλα έγιναν φως.
Ο Ρίκος άνοιξε τα μάτια του και είδε θολά το πρόσωπο της μητέρας του. «Μωράκι μου, μωράκι μου, ξύπνησες», του είπε και τον φίλησε τρυφερά στο μέτωπο.Ο Ρίκος αισθάνθηκε ολόκληρο το σώμα του μουδιασμένο. Κάτι σα μεγάλη διάφανη βεντούζα ήταν κολλημένο σφιχτά πάνω στο πρόσωπό του και κάλυπτε τη μύτη και το στόμα του. Ανέπνευσε με δυσκολία. Έγειρε το κεφάλι στο πλάι και είδε ένα σωρό σωληνάκια να κατεβαίνουν από ψηλά και να καταλήγουν σε διάφορα μέρη του σώματός του. Παρόλο που δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση, τρόμαξε.
Εκείνη τη στιγμή ήρθε μια στρουμπουλή νοσοκόμα.
– Γεια σου Ρίκο, θα στο βγάλω για λίγο – αλλά μόνο για λίγο, εντάξει; είπε και του έβγαλε τη μάσκα από το πρόσωπο.
Ο Ρίκος πήρε μια βαθιά ανάσα.
– Ο Μόρος μαμά; Τι έγινε ο Μόρος; ήταν το πρώτο πράγμα που είπε.
– Όνειρο έβλεπες μικρό μου. Όνειρο.
– Όχι, όχι τώρα. Πριν, στα σκουπίδια.
– Ποια σκουπίδια μωράκι μου; Μόνος σου ήσουν όταν σε βρήκαμε. Δεν ήταν κανείς άλλος εκεί. Θα τον είχα δει.
– Πως κανείς; Αφού ήταν ο Μόρος κι ο Μούργος.
– Ποιος Μόρος Ρίκο μου, αυτά είναι παραμύθια που λένε στα μικρά παιδιά για να τρώνε το φαγητό τους.
– Μα, αφού τον είδα…
– Καλά, καλά, εντάξει ηρέμησε τώρα. Πρέπει να ξεκουραστείς. Το ξέρω ότι θα το μετανιώσω αυτό που κάνω, αλλά κοίτα τι σου έχω εδώ…
Η μητέρα του Ρίκου άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε από μέσα κρυφά, προσέχοντας μην την δει η νοσοκόμα, το μαύρο αυγό.
– Το αστέρι μου! Το αστεράκι μου! είπε ο Ρίκος μόλις το είδε. Άπλωσε το χέρι για το πιάσει, αλλά τον σταμάτησε ένα σωληνάκι που ήταν καρφωμένο πάνω του. Που το βρήκες;
– Μα εκεί που το είχες αφήσει. Δίπλα στο μαξιλάρι σου. Μη μου κάνεις εμένα τον ανήξερο. Ξέρεις ότι σου είχα πει να μην το πάρεις στο κρεβάτι σου, αλλά μην ανησυχείς. Δε θα σε μαλώσω. Είδα ότι το έπλυνες πολύ καλά και είναι πεντακάθαρο. Πες μου μόνο καρδούλα μου, τι έκανες στα σκουπίδια; Και πως στο καλό βρέθηκες εκεί; Και τι ήταν αυτά που φορούσες, ε;
Αντί γι’ απάντηση, ο Ρίκος έκλεισε τα μάτια κι έκανε ότι αποκοιμήθηκε. Ήξερε πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να γλυτώσει από τις ερωτήσεις της μητέρας του. Μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρά του, την είδε να κρύβει το αυγό κάτω από το κρεβάτι του και μετά να βγαίνει δακρυσμένη από το δωμάτιο σέρνοντας αργά τα πόδια της.
– Έι, ψιτ! Άκουστηκε μια αδύναμη φωνούλα, μόλις η πόρτα έκλεισε.
Ο Ρίκος άνοιξε τα μάτια και ανακάλυψε ότι δεν ήταν μόνος! Λίγο πιο κει υπήρχε άλλο ένα μεταλλικό κρεβάτι. Πάνω του ήταν ξαπλωμένο ένα μικροκαμωμένο παιδάκι που κοίταζε προς το μέρος του. Το πρόσωπό του ήταν πολύ χλωμό και το δέρμα του λευκό σαν το χιόνι. Το στήθος του ήταν γεμάτο με μεταλλικούς δίσκους και πολύχρωμα καλώδια. Θα πρέπει να είχαν πάνω-κάτω την ίδια ηλικία.
– Γεια, με λένε Μπάμπη, του είπε κι ο Ρίκος ένιωσε ένα τσιμπηματάκι ζήλιας να κεντά την καρδούλα του.
– Εμένα Ρίκο. Εσύ γιατί είσαι εδώ;
– Γιατί δεν έχω καλή καρδιά.
– Δεν έχεις καλή καρδιά; Δηλαδή είσαι κακός;
– Όχι, όχι. Είναι χαλασμένη. Κι έχω ένα μηχάνημα που τη βοηθάει να κάνει τη δουλειά της. Αλλά όχι για πολύ. Αν δε βρεθεί κάποιος να μου δώσει την καρδιά του σύντομα θα πεθάνω. Δε μου το λένε εμένα βέβαια αυτό, αλλά τις προάλλες έκανα ότι κοιμόμουν και κρυφάκουσα το γιατρό που το έλεγε στο μπαμπά μου. Αχ, πόσο θα ’θελα να ’χα μια γερή καρδιά. Αυτό μόνο και τίποτα άλλο στον κόσμο!
Πολύ στεναχωρήθηκε ο Ρίκος με αυτό που άκουσε. Δεν ήξερε τι να πει. Κι έτσι έμεινε για λίγο σιωπηλός. Μέχρι που του ήρθε μια ιδέα!
– Κάτω από το κρεβάτι μου είναι μια μαύρη πέτρα. Τη βλέπεις;
– Αυτή που έκρυψε η μαμά σου;
– Ναι, αυτή. Δεν είναι πέτρα. Είναι ένα αστέρι. Και απ’ ότι φαίνεται εσύ ξέρεις καλύτερα από μένα τι να την κάνεις. Γι’ αυτό θέλω να στη χαρίσω. Από τώρα είναι δική σου.
– Δική μου; Και τι να την κάνω; ρώτησε απορημένος ο Μπάμπης.
– Θα σου εξηγήσω, είπε ο Ρίκος κι άρχισε να του διηγείται όσα είχαν γίνει μέχρι τότε. Μα, λίγο πριν τελειώσει την ιστορία του, ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν...
– Πάλι εσύ εδώ; είπε ο Μόρος μόλις τον είδε στην είσοδο της σπηλιάς, ενώ ο Μούργος έτρεξε κοντά του και του έγλυψε το χέρι.– Αυτή τη φορά ήρθα μ’ ένα φίλο μου, είπε ο Ρίκος κι έδειξε προς τη μεριά του Μπάμπη που κρατούσε αγκαλιά το μαύρο αυγό.
– Μπα τι βλέπω; Τι είναι αυτό που κρατάει; Αυτό δεν ήταν δικό σου; ρώτησε δήθεν απορημένος ο Μόρος.
– Ναι, ήταν. Αλλά όχι πια. Ο φίλος μου νομίζω ότι το χρειάζεται περισσότερο από μένα.
– Τότε ας μην χάνουμε άλλο χρόνο. Πάμε όσο το φεγγάρι είναι ακόμα ψηλά, είπε ο Μόρος και ξεκίνησε με γοργό βήμα.
Τα παιδιά τον ακολούθησαν χωρίς να μιλάνε. Περπάτησαν για λίγη ώρα στο νυχτερινό τοπίο μέχρι που έφτασαν στο ψηλότερο σημείο ενός λόφου.
– Εδώ είμαστε, είπε ο Μόρος και κάθισε σ’ ένα βράχο. Άντε λοιπόν, μην καθυστερείτε.
Ο Ρίκος και ο Μπάμπης έπιασαν το αυγό μαζί. Λύγισαν ταυτόχρονα τα πόδια τους και κατέβασαν τα χέρια τους χαμηλά για να πάρουν φόρα. Με μια δυνατή σπρωξιά πέταξαν το αυγό στον αέρα. Κι αυτό πέταξε ψηλά, πολύ ψηλά, πάνω από τα σύννεφα, δίπλα στο φεγγάρι, ανάμεσα στ’ αστέρια. Μέχρι που έγινε κι αυτό ένα αστέρι.
Τα δυο παιδιά ξάπλωσαν δίπλα-δίπλα στο μαλακό γρασίδι μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά και χάζευαν τ’ αστέρι καθώς ταξίδευε μέσα στο άπειρο.
Κάποια στιγμή, ο Ρίκος ανήσυχος, γύρισε προς τον Μόρο και τον ρώτησε:
– Τι θα γίνει; Θα μείνει εκεί ψηλά ή θα ξαναπέσει πάλι;
– Βασικά από εσάς εξαρτάται, του απάντησε αυτός, αλλά πιστεύω ότι αυτή τη φορά θα μείνει εκεί για τα καλά.
– Νομίζω πως πρέπει να φύγουμε, είπε ο Μπάμπης. Ο μπαμπάς μου θ’ ανησυχεί.
– Εγώ δεν έχω μπαμπά, είπε ο Ρίκος. Έφυγε λίγο πριν τα πρώτα μου γενέθλια.
– Κι εγώ δεν έχω μαμά, είπε ο Μπάμπης. Έφυγε μόλις γεννήθηκα.
– Έφυγε; Και που πήγε;
– Στον Παράδεισο. Έτσι λέει ο μπαμπάς. Εσένα ο μπαμπάς σου που πήγε;
– Δεν ξέρω, αλλά, απ’ ότι λέει η μαμά μου, σίγουρα όχι στον Παράδεισο.
– Τέλος πάντων, άντε πάμε, είπε ο Μπάμπης.
– Μισό λεπτό! τους σταμάτησε ο Μόρος. Πριν φύγετε χρειάζομαι κάτι.
Έβγαλε ένα μικρό ασημένιο ψαλίδι από την τσέπη της ποδιάς και πλησίασε τον Ρίκο.
– Μα τι κάνεις εκεί; Τον ρώτησε ο Ρίκος κάπως τρομαγμένος.
– Μην ανησυχείς μικρέ, δεν είναι τίποτα. Χρειάζομαι μόνο μια μπούκλα από τα μαλλιά σου.
– Και γιατί παρακαλώ;
– Είναι μια συνήθεια που έχω από τα παλιά. Πες πως είναι ένα ενθύμιο.
– Ενθύμιο; Γιατί; Δε θα σε ξαναδώ;
«Κυρία Γεωργίου! Κυρία Γεωργίου!» φώναξε ο πατέρας του Μπάμπη μόλις την είδε στο διάδρομο και πήγε προς το μέρος της. Πήρε τα χέρια της που έτρεμαν μέσα στα δικά του και τα φίλησε μ’ ευγνωμοσύνη.– Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω! Αυτό που κάνατε για το παιδί μου…
Η μητέρα του Ρίκου τράβηξε τα χέρια της και χαμήλωσε το βλέμμα. Τώρα έκλαιγαν και οι δύο.
– Θέλω να ξέρετε ότι από σήμερα το παιδί μου, είναι και δικό σας παιδί. Καταλαβαίνω ότι ο πόνος σας είναι πολύ μεγάλος, αλλά τουλάχιστον σκεφτείτε ότι ένα κομμάτι του εξακολουθεί να ζει.
– Πρε-πρέπει να φύγω. Θα τα πούμε ίσως κάποια άλλη στιγμή…
Η μητέρα του Ρίκου έφυγε τρέχοντας σαν κυνηγημένη. Διέσχισε με μεγάλα βήματα το διάδρομο και μόλις που πρόλαβε να μπει στο ασανσέρ πριν κλείσουν οι αυτόματες πόρτες. Όταν αυτό άρχισε να κινείται, πάτησε το κόκκινο κουμπί και το σταμάτησε ανάμεσα σε δυο ορόφους. Ακούμπησε το κεφάλι στο κρύο μέταλλο και ξέσπασε σε λυγμούς.
Εκεί που δεν το περίμενε, κάποιος την ακούμπησε απαλά στον ώμο. Αυτή τρόμαξε. Ήταν σίγουρη πως το ασανσέρ ήταν άδειο. Έστριψε το κεφάλι και είδε έναν ηλικιωμένο νοσοκόμο. Ήταν αρκετά κοντός με πρόσωπο σκούρο και ρυτιδιασμένο, κρυμμένο πίσω από πυκνά λευκά γένια. Ένα παράξενο φως ξεπρόβαλε από την τσέπη της πράσινης φόρμας του.
Για κάποιο περίεργο, ανεξήγητο λόγο, αισθάνθηκε πολύ οικεία μαζί του. Σα να γνωρίζονταν από καιρό.
– Έχασα το παιδί μου. Το αστέρι μου. Για πάντα…, του είπε με παράπονο, ανάμεσα σε αναφιλητά.
Κι αυτός, την πήρε στην αγκαλιά του, της χάιδεψε με πατρική στοργή τα μαλλιά και της είπε:
– Μη στεναχωριέσαι κόρη μου. Ένα αστέρι είναι πάντα ένα αστέρι ακόμα κι αν είναι κρυμμένο μέσα σ’ ένα άλλο σώμα…

ΤΕΛΟΣ
Σημείωση: Στην Ελληνική μυθολογία και στα Ομηρικά ποιήματα, ο «Μόρος» ταυτίζεται με το πεπρωμένο. Είναι γιος του Ερέβους και της Νύχτας και αδελφός με τις Μοίρες, τον Ύπνο, τα Όνειρα και τον Θάνατο. Κάποιες φορές με το όνομα αυτό αναφέρεται ο θεός του θανάτου (mors στα Λατινικά), ο οποίος, κατά την παράδοση, έκοβε μια μπούκλα από τα μαλλιά αυτού που θα πέθαινε. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα μείρομαι (λαμβάνω το μερίδιό μου, λαμβάνω δια κλήρου, μοιράζω, διαιρώ, χωρίζομαι).
Ετικέτες
παραμύθι
2 Ιαν 2009
Το Παραμύθι της Μάικα

Καλλιτέχνης: Mayka Gonsalez
– Στο σπίτι μου στη Βενεζουέλα έχω ένα πανέμορφο άλογο, είπε το κορίτσι. Μου το έκανε δώρο πέρυσι ο πατέρας μου για τα γενέθλια μου.
– Άλογο; Τι είναι το άλογο; Ρώτησε όλο απορία το αγόρι.
– Δε σε πιστεύω, είπε το κορίτσι σουφρώνοντας τα φρύδια και κουνώντας δεικτικά το δάχτυλο του. Στ’ αλήθεια δεν ξέρεις τι είναι το άλογο;
– Αλήθεια, απήντησε το αγόρι. Πρώτη φορά ακούω αυτή τη λέξη.
– Ε, τότε να σου πω τι είναι το άλογο, είπε το κορίτσι χαμογελώντας με νάζι. Είναι ένα μεγάλο ζώο με τέσσερα πόδια, ατίθασο και περήφανο. Είναι ψηλό – πολύ πιο ψηλό από εμένα και σένα. Κι έχει μια μακριά χαίτη, που όταν καλπάζει ανεμίζει σαν σημαία κουρσάρικου πλοίου στον αγέρα.
– Πω, πω! θαύμασε το αγόρι. Ακούγεται πολύ όμορφο! Πόσο θα ήθελα να δω κι εγώ ένα άλογο μια φορά.
Το κορίτσι έσκυψε και μάζεψε ένα ξερό κομμάτι ξύλου που είχε ξεβράσει η θάλασσα. Το χάιδεψε απαλά και το έφερε κοντά στη μύτη για να γευτεί το άρωμά του.
– Είναι παλιό, πολύ παλιό, ανακοίνωσε με ικανοποίηση. Ίσως από κάποιο ναυαγισμένο πλοίο. Ποιος ξέρει…
Μετά, χωρίς να πει κάτι άλλο, άρχισε να περπατά βιαστικά πάνω - κάτω στην παραλία και κάθε τόσο να απλώνει το χέρι για να κόψει ένα λουλούδι ή τα φύλα κάποιου περίεργου φυτού.
– Μα τι κάνεις; ρώτησε το αγόρι που έτρεχε ξωπίσω του για να το προλάβει.
– Περίμενε και θα δεις, είπε το κορίτσι καθώς αναμόχλευε μ’ ένα καλάμι τα απομεινάρια μιας φωτιάς που ακόμα κάπνιζαν. Αφού έψαξε για λίγη ώρα, με πολύ προσοχή λες και φοβόταν μη σπάσει κάτι, έσκυψε και πήρε ένα κομμάτι κάρβουνο και το έβαλε στην τσέπη. Ικανοποιημένο από τη συλλογή του, παραμέρισε με το πόδι μερικά βότσαλα και κάθισε στον παχύ ίσκιο μιας γριάς ελιάς, που ο κορμός της ήταν χιλιοτρυπημένος σαν κεντημένη δαντέλα και τα κλαδιά της απλώνονταν μέχρι τη θάλασσα.
Το αγόρι κάθισε δίπλα του χωρίς να μιλά. Μόνο παρατηρούσε γεμάτο περιέργεια και αδημονία. Το κορίτσι στερέωσε το ξύλο πάνω στα πόδια του, κράτησε σφιχτά το κάρβουνο σα μολύβι ανάμεσα στα δάχτυλα κι άρχισε να σχεδιάζει πάνω στην αδρή επιφάνεια. Πρώτα, έφτιαξε το περίγραμμα ενός αλόγου. Μετά, έφτιαξε δέντρα, λουλούδια – πολλά λουλούδια, πουλιά κι ένα ολόγιομο φεγγάρι. Κι ενώ ζωγράφιζε, κάθε τόσο σταματούσε για να σκουπίσει με το πίσω μέρος της παλάμης τον ιδρώτα που έσταζε στο μέτωπό του. Όταν δεν είχε μείνει παρά μια σπιθαμή από το κάρβουνο, το ακούμπησε στο χώμα κι άπλωσε δίπλα του τα λουλούδια και τα φυτά που είχε μαζέψει. Κι άρχισε να τα μαδά και να τα τρίβει με δύναμη πάνω στη ζωγραφιά. Κι αυτά, καθώς έλειωναν πάνω στο ξύλο, το πότιζαν με χρώματα κι αρώματα της φύσης που όμοια τους κανένας άνθρωπος δε μπορεί να φτιάξει, παρά μόνο ο ίδιος ο Θεός.
Όταν τελείωσε, ξανακοίταξε μια ακόμα φορά τη ζωγραφιά για να βεβαιωθεί ότι όλα όσα ήθελε ήταν εκεί και μετά την πήρε στα χέρια του που ήταν κι αυτά πια σα δυο μικρές ζωγραφιές.
– Να πως είναι το άλογο! είπε με περηφάνια. Και τώρα είναι δικό σου, πρόσθεσε κι άφησε το ξύλο πάνω στα πόδια του αγοριού.
– Αυτό είναι υπέροχο! αναφώνησε με ενθουσιασμό το αγόρι. Είναι το πιο όμορφο πράγμα που μου έχουν χαρίσει ποτέ! Θα το φυλάω για πάντα με προσοχή σαν πολύτιμο θησαυρό!
– Μα, αλήθεια, εσύ δεν έχεις κάποιο ζώο δικό σου; ρώτησε το κορίτσι.
– Ζώα έχω πολλά, αλλά δεν είναι δικά μου, είναι φίλοι μου. Είναι η Ζουζού η γάτα με τον άντρα της τον Παντελή και τα παιδιά τους τα Ζουζουνάκια που έρχονται στην αυλή μου όταν καθαρίζω τα ψάρια που έχω πιάσει, ο Σεβάχ και η Χαλιμά, ένα ζευγάρι χελιδόνια που έρχονται κάθε άνοιξη από την Αίγυπτο και φτιάχνουν τη φωλιά τους στα κεραμίδια της καλύβας μου, η Μαριγούλα, η θαλάσσια χελώνα, που κολυμπάει στον πέρα κόλπο και βουτάμε μαζί τα καλοκαίρια για όστρακα και καλαμάρια, η Μόμο η μικρή φώκια που ζει στη σπηλιά της νεράιδας, ο Απόλλωνας το αγαπημένο μου δελφινάκι με το σημαδεμένο πτερύγιο κι ένα σωρό ακόμα ζώα που συναντώ κάθε τόσο… Μα εξήγησέ μου μόνο. Πως μπορείς να έχεις κάποιο ζώο δικό σου; Τα ζώα δεν είναι πράγματα να τα φυλάξεις στην τσέπη σου ή μέσα σ’ ένα σεντούκι. Έχουν ψυχή και μυαλό, όπως εμείς οι άνθρωποι και κάνουν ότι θέλουν.
– Μα τι αστείος που είσαι χαζούλη, είπε χαμογελώντας το κορίτσι. Φυσικά και μπορείς να τα έχεις δικά σου. Κι όχι μόνο αυτά, αλλά ακόμα και ανθρώπους μπορείς να έχεις άμα θέλεις! Ο μπαμπάς μου – που είναι στρατηγός – έχει ένα σωρό υπηρέτες και σωματοφύλακες. Και είναι δικοί του. Είναι πάντα στο πλάι του και κάνουν μόνο ότι τους πει αυτός. Η ίδια τους η ζωή κρέμεται από μια του λέξη. Εγώ πάλι, όπως σου είπα και πριν, έχω ένα άλογο τον Μπολίβαρ, αλλά κι έναν παπαγάλο τον Ρίκο που μιλάει όταν του δώσεις φιστίκι, μια μαϊμού την Τερέσα που ξέρει να κάνει ένα σωρό αστεία κόλπα με αντάλλαγμα μια μπανάνα κι ένα ζευγάρι χρυσόψαρα, τον Αλόνσο και τη Μαρία, που λαμπυρίζουν όταν πέφτει πάνω τους ο ήλιος.
– Μα δεν καταλαβαίνω όμως, τι θα πει είναι δικά σου; παραπονέθηκε το αγόρι.
– Θα πει πως δεν μπορούν να φύγουν. Είναι μαζί μου για πάντα.
– Και πως γίνεται αυτό;
– Μα είναι απλό. Το άλογο ζει στο σταύλο και δε μπορεί να βγει έξω αν δεν του ανοίξω εγώ. Κι όταν είναι να βγει του φοράω δερμάτινη σέλα και γκέμια και το έχω σφιχτά δεμένο και δε μπορεί να πάει παρά μόνο όπου θέλω εγώ. Ο παπαγάλος ζει μέσα σε ένα μεγάλο κλουβί και καμιά φορά, όταν όλα τα παράθυρα είναι σφαλισμένα, του ανοίγω το πορτάκι και τον αφήνω να πετάει μέσα στο δωμάτιο μου. Η μαϊμού έχει στο πόδι μια ασημένια αλυσίδα και την περνώ στο χέρι μου όταν πηγαίνουμε μαζί βόλτα. Κι όσο για τα χρυσόψαρα, ζουν σε μια μεγάλη γυάλα δίπλα από το κρεβάτι μου. Όπως βλέπεις λοιπόν, τα ζώα αυτά είναι δικά μου.
– Μα όχι, τότε δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου. Είναι απλά φυλακισμένα! είπε το αγόρι θυμωμένο.
– Δεν είναι φυλακισμένα, διαμαρτυρήθηκε το κορίτσι. Εγώ τα αγαπώ πολύ και είμαι σίγουρη ότι με αγαπούν και αυτά.
– Τότε θα έπρεπε να τα αφήσεις ελεύθερα, είπε το αγόρι. Όταν αγαπάς κάποιον πρέπει να τον αφήνεις ελεύθερο. Αν σ’ αγαπάει κι αυτός θα γυρίζει πάντοτε κοντά σου, ακόμα κι αν πρέπει να φεύγει που και που, όπως τα χελιδόνια που ζουν στα κεραμίδια μου. Αν δε σ’ αγαπάει, τότε δεν έχει σημασία ακόμα κι αν είναι κάθε μέρα στο πλάι σου.
– Δεν ξέρω, είπε το κορίτσι. Μάλλον έχεις δίκιο. Αλλά θα πρέπει να το σκεφτώ καλά πριν κάνω κάτι. Πιστεύω ότι ο πατέρας θα θύμωνε πολύ μαζί μου αν άφηνα να φύγει κάποιο από τα ζώα που έδωσε τόσα χρήματα για να μου αγοράσει. Ναι, ναι, είμαι σίγουρη ότι θα στεναχωριόταν πολύ, παρόλο που είναι τόσο πλούσιος.
– Πλούσιος; τη διέκοψε το αγόρι. Τι θα πει πάλι αυτό;
– Ε, είσαι απίστευτος, είπε το κορίτσι κάνοντας μια θεατρινίστικη έκφραση αγανάκτησης. Πώς να στο εξηγήσω αυτό τώρα; Πλούσιος είναι αυτός που έχει πολλά λεφτά… Ή μάλλον καλύτερα, πλούσιος είναι αυτός που μπορεί να έχει πάντα ότι θελήσει. Ναι, ναι, αυτό θα πει πλούσιος!
– Ε, τότε κι εγώ πλούσιος είμαι! φώναξε το αγόρι και σήκωσε ψηλά τα χέρια του όλο χαρά.
– Μα, όχι, όχι! είπε το κορίτσι χτυπώντας με πείσμα το πόδι στα βότσαλα της παραλίας που κροτάλισαν. Πως μπορεί να είσαι εσύ πλούσιος που φοράς ρούχα μπαλωμένα με κουρέλια, είσαι ξυπόλυτος και δεν έχεις ούτε ένα χρυσό νόμισμα στις τρύπιες σου τσέπες;
– Μα - σάστισε το αγόρι - εσύ μου είπες μόλις τώρα ότι πλούσιος είναι αυτός που μπορεί να έχει πάντα ότι θελήσει, έτσι δεν είναι;
– Ε, ναι, είπε το κορίτσι. Και λοιπόν;
– Εγώ έχω πάντα ότι θελήσω. Όταν πεινάω πηγαίνω με το καλάμι μου στην ακροθαλασσιά και πιάνω όσα ψάρια τραβάει η ψυχή μου ή, αν έχει κακοκαιριά, κόβω ζουμερά λαχανικά και φρούτα απ’ την αυλή μου. Όταν διψάω, βουτάω το κεφάλι μου στην πηγή που αναβλύζει εδώ πιο κάτω από το βράχο και πίνω δροσερό νερό. Κι άμα νυστάξω, αν είναι μέρα, πάντα υπάρχει ένα δέντρο να με προστατέψει με τη φυλλωσιά του από τον καυτό ήλιο, ενώ το βράδυ, αν κάνει κρύο, πηγαίνω στο καλύβι μου και στρώνω μια κουρελού δίπλα από τη χόβολη που σιγοκαίει. Αν θέλω να παίξω έχω τόσους φίλους, όσα ζωντανά υπάρχουν στη φύση κι αν πάλι χρειαστώ βοήθεια, όλοι οι άνθρωποι που ζουν εδώ στο νησί βρίσκονται αμέσως δίπλα μου πριν καν ακόμη το ζητήσω, κι ας μην είναι «δικοί μου», όπως οι υπηρέτες του πατέρα σου. Τα ρούχα μου μπορεί να είναι τρύπια και ξεθωριασμένα, μα δε χρειάζομαι και κάτι παραπάνω. Δεν έχω λόγο να στολιστώ, για να κάνω τον ωραίο ή τον σπουδαίο. Όλοι εδώ ξέρουν καλά ποιος είμαι κι όσο κι αν μασκαρευτώ δεν πρόκειται να ξεγελάσω κανέναν. Και τα παπούτσια που μου λες, τι να τα κάνω; Δε μπορώ εγώ να θάψω τα ποδάρια μου σ’ αυτά τα παράξενα κουτιά λες κι έχουνε πεθάνει. Γιατί, άμα τα κλείσεις εκεί μέσα αυτό παθαίνουνε – πεθαίνουν και δεν καταλαβαίνουνε πια που πατούνε – μήτε αν είναι χορτάρι δροσερό, μήτε πέτρα που καίει από τον ήλιο. Κι όσο για τα χρυσά νομίσματα, πες μου, τι να τα θέλω; Ούτε να τα φάω μπορώ, ούτε να τα φορέσω. Άμα θέλω χρυσό εγώ, πάω το βράδυ στο βουνό, ψηλά - πολύ ψηλά, πιο πάνω ακόμα κι από τα σύννεφα. Εκεί έχει έναν πλάτανο. Χίλια χρόνια κάποιοι λένε ότι είναι εκεί, μπορεί και παραπάνω. Και σκαρφαλώνω στο πιο ψηλό κλαδί, που άμα το δεις, θαρρείς ότι αγγίζει τον ουρανό. Ξαπλώνω εκεί πάνω, απλώνω το χέρι μου και πιάνω πεφταστέρια, που λάμπουνε πιότερο κι από το καθαρότερο χρυσάφι. Και κάνω ευχές, πολλές ευχές, κλείνω τα μάτια κι ονειρεύομαι.
Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του κοριτσιού. Για να το κρύψει, σηκώθηκε και βάδισε βιαστικά προς στη θάλασσα.
– Κλαις; Γιατί κλαις; ρώτησε το αγόρι που έτρεξε κοντά του.
– Γιατί είμαι φτωχή - δεν έχω τίποτα που να είναι πραγματικά δικό μου, είπε ανάμεσα σε αναφιλητά το κορίτσι.
– Φτωχός είναι μονάχα αυτός που δεν έχει τίποτα να δώσει, είπε το αγόρι σκουπίζοντας με τον αντίχειρα το δάκρυ από το μάγουλο του κοριτσιού. Και είμαι σίγουρος ότι εσύ έχεις μέσα σου τόσα πολλά να δώσεις που είσαι πιο πλούσια ακόμη κι από έμενα, συμπλήρωσε χαμογελώντας.
– Πιστεύω ότι σε αγαπώ, είπε το κορίτσι και το σταρένιο πρόσωπό του έλαμψε σαν ήλιος.
– Τότε κι εγώ θα είμαι για πάντα δικός σου, είπε το αγόρι. Και καθώς πήρε το κορίτσι στην αγκαλιά του, ένα μικρό πεφταστέρι γλίστρησε από την τρύπια τσέπη του κι έβαψε χρυσή τη θάλασσα κάτω από τα πόδια τους.
ΤΕΛΟΣ
Ετικέτες
παραμύθι
Ο Δαίμονας
Το παραμύθι του κυρ-Σταύρου

Πηγή εικόνας
Κάθε πρωί χειμώνα – καλοκαίρι, πολύ πριν ακόμη να φέξει, ο κυρ-Σταύρος έμπαινε στο μικρό βαρκάκι του, την «κυρά Μάρω» (από το όνομα της μακαρίτισσας της γυναίκας του) κι ανοιγόταν βαθιά στο πέλαγος για να απλώσει τα δίχτυα του. Και την αγαπούσε πολύ τη θάλασσα ο κυρ-Σταύρος, πιο πολύ κι από την ίδια του τη ζωή. «Είναι η μάνα όλων μας», του άρεσε να λέει, όταν έπιανε κουβεντούλα με κάνα ξένο στο μικρό καφενεδάκι του χωριού. Είχε πατήσει πλέον τα εβδομήντα, και ο χρόνος, ο ήλιος κι η θάλασσα είχαν αφήσει τα σημάδια τους στο πρόσωπο και στο κορμί του. Τα πυκνά μαλλιά του, που ήταν κάποτε πιο μαύρα κι από την πίσσα που άλειφε τη βάρκα του, είχαν γίνει κάτασπρα σαν τα θαλασσοδαρμένα βράχια της ακτής. Και το λυγερό κορμί του είχε γείρει σαν κυπαρίσσι που το δέρνει χρόνια ο άνεμος. Το μελαμψό δέρμα του είχε σμιλευτεί από την αρμύρα και τις κακουχίες και ήταν ποτισμένο από τη μυρωδιά της θάλασσας και των ψαριών.
Παρόλα αυτά, ο κυρ-Σταύρος δεν έλεγε να σταματήσει τα μικρά του ταξίδια. «Άμα σταματήσω να ψαρεύω, θα σταματήσω και να ζω», έλεγε στο γιο του κάθε φορά που προσπαθούσε να τον πείσει να φύγει από το χωριό και να πάει να ζήσει ήσυχα μαζί με αυτόν και την οικογένειά του στην πόλη. «Και τι δουλειά έχω εγώ στην πόλη;», συνέχιζε, «εκεί μωρέ τα ψάρια τα βάζουνε για στολίδια στα σαλόνια τους».
Δυστυχώς όμως, όσο περνούσε ο καιρός, η θάλασσα όλο και λιγότερο του έδειχνε την αγάπη της. Τα ψάρια στα δίχτυα του όλο και λιγόστευαν και υπήρχαν μέρες που ο κυρ-Σταύρος γυρνούσε σπίτι με αδειανά τα χέρια. Και ήταν πολύ περήφανος για να ζητήσει βοήθεια από το γιο του για να τα βγάλει πέρα. Πήγαινε στη μικρή του παράγκα, που ήταν χτισμένη σχεδόν εκεί που σκάει το κύμα - «για να μπορούν να μπαίνουν μέσα τα πνέματα της θάλασσας και να ΄χω παρέα τα βράδια», όπως έλεγε - άναβε το τσιμπούκι του και τραγουδούσε με τις ώρες για να ξεγελάσει την πείνα του και να ξεχάσει τη στενοχώρια του.
Και τραγουδούσε για γοργόνες και κρυμμένους θησαυρούς, για βυθισμένα πειρατικά καράβια και μυστικές σπηλιές, για τρανές θαλασσομαχίες και για μεγάλα ταξίδια δίχως γυρισμό. Μα πιο πολύ του άρεσε να λέει ένα τραγούδι που το είχε πρωτοτραγούδησει 18 χρονώ παλικάρι, κάτω από το παραθύρι της μακαρίτισσας της γυναίκας του, λίγο πριν την κλέψει :
«Νεράιδα είσαι μάτια μου και το γιαλό ορίζεις,
θέλεις μου παίρνεις την καρδιά, θέλεις μου τη χαρίζεις.
Κοράλλια είναι τα χείλη σου, κύματα τα μαλλιά σου,
κι η θάλασσα ολόκληρη είναι η αγκαλιά σου.
Στην άμμο που καθόμουνα ήταν δικό μου κρίμα,
και τ΄ όνομα σου έγραφα και το ΄σβηνε το κύμα.
Ένα καράβι αρμάτωσα να ΄ρθω να σε γυρέψω,
κι αν δε με θες, νεράιδα μου, μια νύχτα θα σε κλέψω.
Νεράιδα είσαι μάτια μου …»
Και πριν να τελειώσει το τραγούδι του αποκοιμιόταν νηστικός. Και τ΄ άλλο πρωί ανοιγόταν και πάλι στο πέλαγος, με την ελπίδα ότι η θάλασσα, η αγαπημένη του θάλασσα, θα ΄ταν την επόμενη φορά πιο καλή μαζί του.
Τι έφταιγε για τούτη τη συμπεριφορά της θάλασσας δε μπορούσε να το καταλάβει. Κι όσο να μαζέψει τα δίχτυα του σκεφτότανε: «Μπορεί να φταίει που γέρασα κι ασκήμεψα και δε της αρέσω πια. Ίσως να φυλάει τα ψάρια της και να τα δίνει σ΄ έμορφα παλικάρια π΄ ολημερίς της γλυκοτραγουδούν και την κανακεύουν. Εξάλλου, εμένα το μερτικό μου, μου το ΄χει δώσει τόσα χρόνια και με το παραπάνω.»
Που ν΄ ακούσει ο κυρ-Σταύρος για υπεραλίευση και λαθροθηρία, για μόλυνση του περιβάλλοντος και εξαφάνιση των ειδών, αφού γράμματα δεν ήξερε – «Που καιρός για σκολειό και γράμματα, από 5 χρονώ στη θάλασσα μέσα. Με ξεμυάλισε από μωρό παιδί κι έμεινα κοντά της για πάντα», έλεγε – και νέα από τον υπόλοιπο κόσμο είχε πάψει ν΄ ακούει γιατί έλεγε πως «μόνο για δυστυχία και πολέμους μιλάνε. Δε θέλω πια ν΄ ακούω κακά μαντάτα. Άμα θέλω στενοχώριες έχω τις δικές μου.»
Κι έτσι, μέσα στο απλό μυαλό του έφτιαξε έναν καινούριο εχθρό που του ΄φταιγε για τις κακές ψαριές του. Οπότε, όταν κάποιες φορές μάζευε τρύπια τα δίχτυα του ή τα ψάρια μέσα τους ήταν μισοφαγωμένα, έλεγε «πάλι μωρέ με χτύπησε ο Δαίμονας». Ο «Δαίμονας» ήταν ένα δελφίνι μεγάλο ίσαμε το βαρκάκι του, ίσως και μεγαλύτερο. Και το μισούσε ο κυρ-Σταύρος ετούτο το πλάσμα. Όσο πολύ αγαπούσε τη θάλασσα, τόσο πολύ το μισούσε. «Πάλι μου πήρε τη μπουκιά από το στόμα το καταραμένο», έλεγε μέσα από τα δόντια του όποτε έβρισκε τρύπια τα δίχτυα του. Αχ, πόσο ήθελε να το ξεκάμει. Έτσι και ξεπρόβαλε κοντά στη βάρκα του προσπαθούσε να το χτυπήσει με το κουπί. Κάποιες φορές μάλιστα είχε καταφέρει να του δώσει μερικά δυνατά χτυπήματα.
Τα σημάδια τούτων των αναμετρήσεων είχαν μείνει πάνω στο κορμί τού δελφινιού και με τα χρόνια γινόταν όλο και περισσότερα. Όμως, πάντα κατάφερνε και ξεγλιστρούσε κι ανοιγόταν στο πέλαγο πηδώντας «κοροϊδευτικά», όπως πίστευε ο κυρ-Σταύρος, ψηλά πάνω από τα κύματα. «Την επόμενη φορά δε θα μου γλυτώσεις», υποσχόταν ο κυρ-Σταύρος, καθόταν στα κουπιά και κωπηλατούσε αργά, αποκαμωμένος από τη μάταιη μάχη του, πίσω στο μικρό του αραξοβόλι. Κι έτσι περνούσε ο καιρός.
Τα καλοκαίρια, μερικά Σαββατοκύριακα, ερχόταν στο χωριό ο γιος του κυρ-Σταύρου με τη γυναίκα του και το δικό του το γιο. Το λάτρευε τούτο το παιδί, ο κυρ-Σταύρος. Ο γιος του ήθελε να το βαφτίσουν Σταύρο σαν κι αυτόν, αλλά ο κυρ-Σταύρος το ΄χε τάξει στον Αϊ-Νικόλα σε μια μεγάλη φουρτούνα, πως έτσι και γλύτωνε, το πρώτο του εγγόνι θα το ΄βγαζε Νικόλα. Κι έτσι γίνηκε.
Ένα καλοκαίρι, που ο μικρός Νικόλας ήταν δεν ήταν τριών χρονών και ο πατέρας του έλειπε στην πόλη για δουλειές, ο κυρ-Σταύρος αποφάσισε να πάρει το εγγόνι του για να του δείξει το βασίλειό του, τη θάλασσα. Στην αρχή, η μάνα του μικρού είχε αντιρρήσεις γιατί φοβόταν μη συμβεί κανένα κακό, αλλά τελικά ο κυρ-Σταύρος, που παρόλο το άγριο παραστατικό του ήταν γλυκομίλητος σαν ποιητής κι είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες, την κατάφερε. «Να προσέχετε», τους ορμήνεψε η μάνα κι έκαμε το σταυρό της καθώς έβλεπε την «κυρά Μάρω» να χάνεται στον ορίζοντα.
Ο κυρ-Σταύρος ένιωθε σαν άρχοντας ολάκερου του κόσμου. Με το ΄να χέρι κρατούσε σφιχτά το Νικόλα στην αγκαλιά του και με τ΄ άλλο του ΄δειχνε τη θάλασσα και του ΄λεγε: «Βλέπεις Νικόλα τούτο το απέραντο γαλάζιο χωράφι; Αυτή είναι η κληρονομιά που σου αφήνω. Όλο δικό σου. Αυτό κι όλοι οι θησαυροί που κρύβει μέσα του». Κι άρχισε να του μιλάει για όλων των λογιών τα ψάρια και πώς να τα ψαρεύει, για το πώς βουτούν για σφουγγάρια στην Κάλυμνο, για τα όστρακα που κρύβουν πολύτιμα μαργαριτάρια μα που μπορούν να σε παγιδεύσουν μέσα τους για πάντα αν δε προσέξεις. Και μετά του μίλησε και για το Δαίμονα και πώς του κλέβει τα ψάρια. Κι έλεγε, κι έλεγε, και τελειωμό δεν είχε κι όλο ο μικρός Νικόλας του χαμογελούσε. Κι όσο χαμογελούσε ο Νικόλας η καρδιά του κυρ-Σταύρου κόντευε να σπάσει από χαρά.
Μα η ώρα περνούσε κι ο κυρ-Σταύρος ήταν τόσο απορροφημένος με τις ιστορίες του, που δεν είδε το μπουρίνι που ετοιμαζόταν να ξεσπάσει. Ξαφνικά, ο καταγάλανος ουρανός γέμισε μαβιά σύννεφα κι θάλασσα έγινε μαύρη κι άγρια. Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό στα δυο κι η βάρκα σείστηκε από τη βροντή. Ο μικρός Νικόλας έβαλε τα κλάματα. Μόνο τότε ο κυρ-Σταύρος κατάλαβε τι γινόταν και σα να ξύπνησε απότομα από όνειρο πετάχτηκε πάνω και φώναξε: «Παναγιά μου κι Άγιε Νικόλα, βάλτε το χέρι σας» και σταυροκοπήθηκε. Ευθύς, ακούμπησε το Νικόλα απαλά πάνω στην κουπαστή κι έπιασε και με τα δυο του χέρια τα κουπιά.
Η θάλασσα φούσκωνε όλο και περισσότερο και τα κύματα έπαιζαν με το μικρό βαρκάκι σα να ΄ταν καρυδότσουφλο. Και ξαφνικά έγινε το κακό! Ένα πελώριο κύμα αγκάλιασε τη βάρκα, άρπαξε το Νικόλα και τον πήρε μαζί του στα βάθη της θάλασσας. Ο κυρ-Σταύρος παράτησε τα κουπιά, έσκισε στα δυο τη φθαρμένη φανέλα του και ρίχτηκε στα αγριεμένα νερά για να σώσει το μωρό. Βούτηξε, ξαναβούτηξε αλλά μάταια. Η θάλασσα το είχε κρύψει για τα καλά στην απέραντη αγκαλιά της. Ο κυρ-Σταύρος συνέχισε μολαταύτα να βουτάει μέχρι που δεν είχε άλλη αναπνοή και λιποθύμησε.
Έφτασε το βράδυ κι ο γιος του κυρ-Σταύρου γύρισε από την πόλη. Η γυναίκα του κόντευε να τρελαθεί από την αγωνία. «Μην ανησυχείς», προσπάθησε να την καθησυχάσει, «ο πατέρας ξέρει καλά τη θάλασσα και τα χούγια της. Κάπου θα έχει βρει καταφύγιο μέχρι να περάσει η καταιγίδα και να δεις που πριν χαράξει θα δούμε την «κυρά Μάρω» ν΄ αράζει μπροστά στην καλύβα του πατέρα.»
Έφτασε όμως το πρωί κι αντί για τη βάρκα, οι χωριανοί βρήκαν τον κυρ-Σταύρο αναίσθητο στην ακροθαλασσιά. Μόλις τον συνέφεραν, με τη λιγοστή δύναμη που του είχε απομείνει τους διηγήθηκε τι έγινε. Όταν το άκουσε η μάνα του Νικόλα λιποθύμησε. Όσοι στο χωριό είχαν βάρκα ξεχύθηκαν στη θάλασσα μπας και βρουν το παιδί. Ειδοποίησαν την ακτοφυλακή και το λιμενικό. Το είπαν και στις ειδήσεις.
Τρία μερόνυχτα έψαχναν το Νικόλα, αλλά μάταια. Η μάνα του έκλαιγε ασταμάτητα και με αναφιλητά παρακαλούσε μια την Παναγιά και μια τη θάλασσα να της δώσουν πίσω το μοναχοπαίδι της. Κι ο γερό-Σταύρος ξαπλωμένος στο χορταρένιο στρώμα του μέσα στην καλύβα αρνιόταν να φάει και να κοιμηθεί προσπαθώντας να τιμωρήσει τον εαυτό του γιατί «όλα ήταν δικό του φταίξιμο», σύμφωνα με τα λεγόμενά του.
Και την τέταρτη μέρα, πριν καλά-καλά να φέξει, ο κυρ-Σταύρος το αποφάσισε. Μάζεψε τις λιγοστές δυνάμεις που του ΄χαν απομείνει, μπήκε στην «κυρά Μάρω» και ξανοίχτηκε στο πέλαγο. «Θα βρω το Νικόλα ή θ΄ αφήσω την τελευταία μου πνοή στη θάλασσα ψάχνοντας. Πάντως πίσω δε γυρίζω». Ετούτη η σκέψη τριγύριζε συνέχεια στο μυαλό του. Και ξάφνου, η θάλασσα που ΄ταν γαλήνια σαν μια απέραντη λίμνη, αναρίγησε, άφρισε, σκίστηκε στα δυο κι από μέσα της ξεπρόβαλε το δελφίνι, ο Δαίμονας. Ο κυρ-Σταύρος δίχως να σκεφτεί καθόλου άρπαξε το ένα κουπί με χέρια που έτρεμαν από την αδυναμία, το σήκωσε ψηλά στον αέρα και φώναξε: «Μέσα στη δυστυχία μου εσύ μόνο μου έλειπες, καταραμένε. Τώρα δε μου τη γλυτώνεις!»
Όμως, καθώς πήγε να κατεβάσει το κουπί με ορμή, πάγωσε. Ένα παιδικό γέλιο ακουγόταν μέσα από το στόμα του δελφινιού. Ο γέρος πέταξε το κουπί μέσα στη βάρκα κι ο Δαίμονας πλησίασε γλιστρώντας σαν αερικό μέσα στα διάφανα νερά. Άνοιξε το πελώριο στόμα του και μέσα ήταν ξαπλωμένος ο μικρός Νικόλας. Είχε για στρώμα τη γλώσσα του δελφινιού κι έμοιαζε σαν το μικρό Χριστό μέσα στη φάτνη. Τα μάγουλα του ήταν πιο ροδαλά από ποτέ και χαμογελούσε. Ο κυρ-Σταύρος έσκυψε με προσοχή, άπλωσε τα χέρια του και πήρε το Νικόλα στην αγκαλιά του.
«Σ΄ ευχαριστώ, σ΄ ευχαριστώ πολύ», ψέλλισε στο δελφίνι καθώς μεγάλα δάκρυα κυλούσαν από τα κουρασμένα μάτια του. «Κι εγώ που σε έλεγα Δαίμονα. Εγώ ήμουν ο Δαίμονας που ΄θελα να σε σκοτώσω, ενώ εσύ μου ΄δωσες πίσω τη δική μου τη ζωή και τη ζωή του Νικόλα. Εσύ ‘σαι ένας άγγελος. Εγώ, εγώ είμαι ο Δαίμονας. Σ΄ ευχαριστώ».
Το δελφίνι, σαν απάντηση ίσως στο γέρο, άφησε μια δυνατή διαπεραστική κραυγή – κάτι ίσως σαν «παρακαλώ» ή σαν «αντίο» – πήδηξε ψηλά στον αέρα πάνω από τη βάρκα του κυρ-Σταύρου, βούτηξε στα γαλανά νερά και χάθηκε. «Στο καλό, άγγελε μου, στο καλό…», συνέχισε ο κυρ-Σταύρος.
Το μονόλογο του γέρου διέκοψε η κόρνα από το ταχύπλοο του Λιμενικού. Μέσα του ήταν ο γιος του που είχε δει τη βάρκα του πατέρα του να ξεμακραίνει κι ερχόταν να τον πάρει πίσω στο χωριό. Μόλις όμως πλησίασε και είδε το Νικόλα στην αγκαλιά του κυρ-Σταύρου δε μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του.
Πατέρας, γιος και εγγονός επέστρεψαν σφιχταγγαλιασμένοι στην ακτή. Εκεί τους περίμενε η μάνα του Νικόλα μαζί με όλο το υπόλοιπο χωριό που είχε μάθει την αλλόκοτη τούτη ιστορία από τον ασύρματο του Λιμενικού, πολύ πριν εκείνοι φθάσουν.
Και λίγο πριν να πατήσουν το πόδι τους στη στεριά, ο κυρ-Σταύρος έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του εγγονού του: «Ένα πράμα να θυμάσαι σ΄ όλη σου τη ζωή Νικόλα κι αυτό το μάθαμε σήμερα μαζί: Η θάλασσα μόνο αγγέλους και θάματα κρύβει κι όχι δαίμονες. Ο μόνος δαίμονας στη θάλασσα είναι ο άνθρωπος, ο άνθρωπος Νικόλα, ο άνθρωπος».
ΤΕΛΟΣ
Πηγή εικόνας
Κάθε πρωί χειμώνα – καλοκαίρι, πολύ πριν ακόμη να φέξει, ο κυρ-Σταύρος έμπαινε στο μικρό βαρκάκι του, την «κυρά Μάρω» (από το όνομα της μακαρίτισσας της γυναίκας του) κι ανοιγόταν βαθιά στο πέλαγος για να απλώσει τα δίχτυα του. Και την αγαπούσε πολύ τη θάλασσα ο κυρ-Σταύρος, πιο πολύ κι από την ίδια του τη ζωή. «Είναι η μάνα όλων μας», του άρεσε να λέει, όταν έπιανε κουβεντούλα με κάνα ξένο στο μικρό καφενεδάκι του χωριού. Είχε πατήσει πλέον τα εβδομήντα, και ο χρόνος, ο ήλιος κι η θάλασσα είχαν αφήσει τα σημάδια τους στο πρόσωπο και στο κορμί του. Τα πυκνά μαλλιά του, που ήταν κάποτε πιο μαύρα κι από την πίσσα που άλειφε τη βάρκα του, είχαν γίνει κάτασπρα σαν τα θαλασσοδαρμένα βράχια της ακτής. Και το λυγερό κορμί του είχε γείρει σαν κυπαρίσσι που το δέρνει χρόνια ο άνεμος. Το μελαμψό δέρμα του είχε σμιλευτεί από την αρμύρα και τις κακουχίες και ήταν ποτισμένο από τη μυρωδιά της θάλασσας και των ψαριών.
Παρόλα αυτά, ο κυρ-Σταύρος δεν έλεγε να σταματήσει τα μικρά του ταξίδια. «Άμα σταματήσω να ψαρεύω, θα σταματήσω και να ζω», έλεγε στο γιο του κάθε φορά που προσπαθούσε να τον πείσει να φύγει από το χωριό και να πάει να ζήσει ήσυχα μαζί με αυτόν και την οικογένειά του στην πόλη. «Και τι δουλειά έχω εγώ στην πόλη;», συνέχιζε, «εκεί μωρέ τα ψάρια τα βάζουνε για στολίδια στα σαλόνια τους».
Δυστυχώς όμως, όσο περνούσε ο καιρός, η θάλασσα όλο και λιγότερο του έδειχνε την αγάπη της. Τα ψάρια στα δίχτυα του όλο και λιγόστευαν και υπήρχαν μέρες που ο κυρ-Σταύρος γυρνούσε σπίτι με αδειανά τα χέρια. Και ήταν πολύ περήφανος για να ζητήσει βοήθεια από το γιο του για να τα βγάλει πέρα. Πήγαινε στη μικρή του παράγκα, που ήταν χτισμένη σχεδόν εκεί που σκάει το κύμα - «για να μπορούν να μπαίνουν μέσα τα πνέματα της θάλασσας και να ΄χω παρέα τα βράδια», όπως έλεγε - άναβε το τσιμπούκι του και τραγουδούσε με τις ώρες για να ξεγελάσει την πείνα του και να ξεχάσει τη στενοχώρια του.
Και τραγουδούσε για γοργόνες και κρυμμένους θησαυρούς, για βυθισμένα πειρατικά καράβια και μυστικές σπηλιές, για τρανές θαλασσομαχίες και για μεγάλα ταξίδια δίχως γυρισμό. Μα πιο πολύ του άρεσε να λέει ένα τραγούδι που το είχε πρωτοτραγούδησει 18 χρονώ παλικάρι, κάτω από το παραθύρι της μακαρίτισσας της γυναίκας του, λίγο πριν την κλέψει :
«Νεράιδα είσαι μάτια μου και το γιαλό ορίζεις,
θέλεις μου παίρνεις την καρδιά, θέλεις μου τη χαρίζεις.
Κοράλλια είναι τα χείλη σου, κύματα τα μαλλιά σου,
κι η θάλασσα ολόκληρη είναι η αγκαλιά σου.
Στην άμμο που καθόμουνα ήταν δικό μου κρίμα,
και τ΄ όνομα σου έγραφα και το ΄σβηνε το κύμα.
Ένα καράβι αρμάτωσα να ΄ρθω να σε γυρέψω,
κι αν δε με θες, νεράιδα μου, μια νύχτα θα σε κλέψω.
Νεράιδα είσαι μάτια μου …»
Και πριν να τελειώσει το τραγούδι του αποκοιμιόταν νηστικός. Και τ΄ άλλο πρωί ανοιγόταν και πάλι στο πέλαγος, με την ελπίδα ότι η θάλασσα, η αγαπημένη του θάλασσα, θα ΄ταν την επόμενη φορά πιο καλή μαζί του.
Τι έφταιγε για τούτη τη συμπεριφορά της θάλασσας δε μπορούσε να το καταλάβει. Κι όσο να μαζέψει τα δίχτυα του σκεφτότανε: «Μπορεί να φταίει που γέρασα κι ασκήμεψα και δε της αρέσω πια. Ίσως να φυλάει τα ψάρια της και να τα δίνει σ΄ έμορφα παλικάρια π΄ ολημερίς της γλυκοτραγουδούν και την κανακεύουν. Εξάλλου, εμένα το μερτικό μου, μου το ΄χει δώσει τόσα χρόνια και με το παραπάνω.»
Που ν΄ ακούσει ο κυρ-Σταύρος για υπεραλίευση και λαθροθηρία, για μόλυνση του περιβάλλοντος και εξαφάνιση των ειδών, αφού γράμματα δεν ήξερε – «Που καιρός για σκολειό και γράμματα, από 5 χρονώ στη θάλασσα μέσα. Με ξεμυάλισε από μωρό παιδί κι έμεινα κοντά της για πάντα», έλεγε – και νέα από τον υπόλοιπο κόσμο είχε πάψει ν΄ ακούει γιατί έλεγε πως «μόνο για δυστυχία και πολέμους μιλάνε. Δε θέλω πια ν΄ ακούω κακά μαντάτα. Άμα θέλω στενοχώριες έχω τις δικές μου.»
Κι έτσι, μέσα στο απλό μυαλό του έφτιαξε έναν καινούριο εχθρό που του ΄φταιγε για τις κακές ψαριές του. Οπότε, όταν κάποιες φορές μάζευε τρύπια τα δίχτυα του ή τα ψάρια μέσα τους ήταν μισοφαγωμένα, έλεγε «πάλι μωρέ με χτύπησε ο Δαίμονας». Ο «Δαίμονας» ήταν ένα δελφίνι μεγάλο ίσαμε το βαρκάκι του, ίσως και μεγαλύτερο. Και το μισούσε ο κυρ-Σταύρος ετούτο το πλάσμα. Όσο πολύ αγαπούσε τη θάλασσα, τόσο πολύ το μισούσε. «Πάλι μου πήρε τη μπουκιά από το στόμα το καταραμένο», έλεγε μέσα από τα δόντια του όποτε έβρισκε τρύπια τα δίχτυα του. Αχ, πόσο ήθελε να το ξεκάμει. Έτσι και ξεπρόβαλε κοντά στη βάρκα του προσπαθούσε να το χτυπήσει με το κουπί. Κάποιες φορές μάλιστα είχε καταφέρει να του δώσει μερικά δυνατά χτυπήματα.
Τα σημάδια τούτων των αναμετρήσεων είχαν μείνει πάνω στο κορμί τού δελφινιού και με τα χρόνια γινόταν όλο και περισσότερα. Όμως, πάντα κατάφερνε και ξεγλιστρούσε κι ανοιγόταν στο πέλαγο πηδώντας «κοροϊδευτικά», όπως πίστευε ο κυρ-Σταύρος, ψηλά πάνω από τα κύματα. «Την επόμενη φορά δε θα μου γλυτώσεις», υποσχόταν ο κυρ-Σταύρος, καθόταν στα κουπιά και κωπηλατούσε αργά, αποκαμωμένος από τη μάταιη μάχη του, πίσω στο μικρό του αραξοβόλι. Κι έτσι περνούσε ο καιρός.
Τα καλοκαίρια, μερικά Σαββατοκύριακα, ερχόταν στο χωριό ο γιος του κυρ-Σταύρου με τη γυναίκα του και το δικό του το γιο. Το λάτρευε τούτο το παιδί, ο κυρ-Σταύρος. Ο γιος του ήθελε να το βαφτίσουν Σταύρο σαν κι αυτόν, αλλά ο κυρ-Σταύρος το ΄χε τάξει στον Αϊ-Νικόλα σε μια μεγάλη φουρτούνα, πως έτσι και γλύτωνε, το πρώτο του εγγόνι θα το ΄βγαζε Νικόλα. Κι έτσι γίνηκε.
Ένα καλοκαίρι, που ο μικρός Νικόλας ήταν δεν ήταν τριών χρονών και ο πατέρας του έλειπε στην πόλη για δουλειές, ο κυρ-Σταύρος αποφάσισε να πάρει το εγγόνι του για να του δείξει το βασίλειό του, τη θάλασσα. Στην αρχή, η μάνα του μικρού είχε αντιρρήσεις γιατί φοβόταν μη συμβεί κανένα κακό, αλλά τελικά ο κυρ-Σταύρος, που παρόλο το άγριο παραστατικό του ήταν γλυκομίλητος σαν ποιητής κι είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες, την κατάφερε. «Να προσέχετε», τους ορμήνεψε η μάνα κι έκαμε το σταυρό της καθώς έβλεπε την «κυρά Μάρω» να χάνεται στον ορίζοντα.
Ο κυρ-Σταύρος ένιωθε σαν άρχοντας ολάκερου του κόσμου. Με το ΄να χέρι κρατούσε σφιχτά το Νικόλα στην αγκαλιά του και με τ΄ άλλο του ΄δειχνε τη θάλασσα και του ΄λεγε: «Βλέπεις Νικόλα τούτο το απέραντο γαλάζιο χωράφι; Αυτή είναι η κληρονομιά που σου αφήνω. Όλο δικό σου. Αυτό κι όλοι οι θησαυροί που κρύβει μέσα του». Κι άρχισε να του μιλάει για όλων των λογιών τα ψάρια και πώς να τα ψαρεύει, για το πώς βουτούν για σφουγγάρια στην Κάλυμνο, για τα όστρακα που κρύβουν πολύτιμα μαργαριτάρια μα που μπορούν να σε παγιδεύσουν μέσα τους για πάντα αν δε προσέξεις. Και μετά του μίλησε και για το Δαίμονα και πώς του κλέβει τα ψάρια. Κι έλεγε, κι έλεγε, και τελειωμό δεν είχε κι όλο ο μικρός Νικόλας του χαμογελούσε. Κι όσο χαμογελούσε ο Νικόλας η καρδιά του κυρ-Σταύρου κόντευε να σπάσει από χαρά.
Μα η ώρα περνούσε κι ο κυρ-Σταύρος ήταν τόσο απορροφημένος με τις ιστορίες του, που δεν είδε το μπουρίνι που ετοιμαζόταν να ξεσπάσει. Ξαφνικά, ο καταγάλανος ουρανός γέμισε μαβιά σύννεφα κι θάλασσα έγινε μαύρη κι άγρια. Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό στα δυο κι η βάρκα σείστηκε από τη βροντή. Ο μικρός Νικόλας έβαλε τα κλάματα. Μόνο τότε ο κυρ-Σταύρος κατάλαβε τι γινόταν και σα να ξύπνησε απότομα από όνειρο πετάχτηκε πάνω και φώναξε: «Παναγιά μου κι Άγιε Νικόλα, βάλτε το χέρι σας» και σταυροκοπήθηκε. Ευθύς, ακούμπησε το Νικόλα απαλά πάνω στην κουπαστή κι έπιασε και με τα δυο του χέρια τα κουπιά.
Η θάλασσα φούσκωνε όλο και περισσότερο και τα κύματα έπαιζαν με το μικρό βαρκάκι σα να ΄ταν καρυδότσουφλο. Και ξαφνικά έγινε το κακό! Ένα πελώριο κύμα αγκάλιασε τη βάρκα, άρπαξε το Νικόλα και τον πήρε μαζί του στα βάθη της θάλασσας. Ο κυρ-Σταύρος παράτησε τα κουπιά, έσκισε στα δυο τη φθαρμένη φανέλα του και ρίχτηκε στα αγριεμένα νερά για να σώσει το μωρό. Βούτηξε, ξαναβούτηξε αλλά μάταια. Η θάλασσα το είχε κρύψει για τα καλά στην απέραντη αγκαλιά της. Ο κυρ-Σταύρος συνέχισε μολαταύτα να βουτάει μέχρι που δεν είχε άλλη αναπνοή και λιποθύμησε.
Έφτασε το βράδυ κι ο γιος του κυρ-Σταύρου γύρισε από την πόλη. Η γυναίκα του κόντευε να τρελαθεί από την αγωνία. «Μην ανησυχείς», προσπάθησε να την καθησυχάσει, «ο πατέρας ξέρει καλά τη θάλασσα και τα χούγια της. Κάπου θα έχει βρει καταφύγιο μέχρι να περάσει η καταιγίδα και να δεις που πριν χαράξει θα δούμε την «κυρά Μάρω» ν΄ αράζει μπροστά στην καλύβα του πατέρα.»
Έφτασε όμως το πρωί κι αντί για τη βάρκα, οι χωριανοί βρήκαν τον κυρ-Σταύρο αναίσθητο στην ακροθαλασσιά. Μόλις τον συνέφεραν, με τη λιγοστή δύναμη που του είχε απομείνει τους διηγήθηκε τι έγινε. Όταν το άκουσε η μάνα του Νικόλα λιποθύμησε. Όσοι στο χωριό είχαν βάρκα ξεχύθηκαν στη θάλασσα μπας και βρουν το παιδί. Ειδοποίησαν την ακτοφυλακή και το λιμενικό. Το είπαν και στις ειδήσεις.
Τρία μερόνυχτα έψαχναν το Νικόλα, αλλά μάταια. Η μάνα του έκλαιγε ασταμάτητα και με αναφιλητά παρακαλούσε μια την Παναγιά και μια τη θάλασσα να της δώσουν πίσω το μοναχοπαίδι της. Κι ο γερό-Σταύρος ξαπλωμένος στο χορταρένιο στρώμα του μέσα στην καλύβα αρνιόταν να φάει και να κοιμηθεί προσπαθώντας να τιμωρήσει τον εαυτό του γιατί «όλα ήταν δικό του φταίξιμο», σύμφωνα με τα λεγόμενά του.
Και την τέταρτη μέρα, πριν καλά-καλά να φέξει, ο κυρ-Σταύρος το αποφάσισε. Μάζεψε τις λιγοστές δυνάμεις που του ΄χαν απομείνει, μπήκε στην «κυρά Μάρω» και ξανοίχτηκε στο πέλαγο. «Θα βρω το Νικόλα ή θ΄ αφήσω την τελευταία μου πνοή στη θάλασσα ψάχνοντας. Πάντως πίσω δε γυρίζω». Ετούτη η σκέψη τριγύριζε συνέχεια στο μυαλό του. Και ξάφνου, η θάλασσα που ΄ταν γαλήνια σαν μια απέραντη λίμνη, αναρίγησε, άφρισε, σκίστηκε στα δυο κι από μέσα της ξεπρόβαλε το δελφίνι, ο Δαίμονας. Ο κυρ-Σταύρος δίχως να σκεφτεί καθόλου άρπαξε το ένα κουπί με χέρια που έτρεμαν από την αδυναμία, το σήκωσε ψηλά στον αέρα και φώναξε: «Μέσα στη δυστυχία μου εσύ μόνο μου έλειπες, καταραμένε. Τώρα δε μου τη γλυτώνεις!»
Όμως, καθώς πήγε να κατεβάσει το κουπί με ορμή, πάγωσε. Ένα παιδικό γέλιο ακουγόταν μέσα από το στόμα του δελφινιού. Ο γέρος πέταξε το κουπί μέσα στη βάρκα κι ο Δαίμονας πλησίασε γλιστρώντας σαν αερικό μέσα στα διάφανα νερά. Άνοιξε το πελώριο στόμα του και μέσα ήταν ξαπλωμένος ο μικρός Νικόλας. Είχε για στρώμα τη γλώσσα του δελφινιού κι έμοιαζε σαν το μικρό Χριστό μέσα στη φάτνη. Τα μάγουλα του ήταν πιο ροδαλά από ποτέ και χαμογελούσε. Ο κυρ-Σταύρος έσκυψε με προσοχή, άπλωσε τα χέρια του και πήρε το Νικόλα στην αγκαλιά του.
«Σ΄ ευχαριστώ, σ΄ ευχαριστώ πολύ», ψέλλισε στο δελφίνι καθώς μεγάλα δάκρυα κυλούσαν από τα κουρασμένα μάτια του. «Κι εγώ που σε έλεγα Δαίμονα. Εγώ ήμουν ο Δαίμονας που ΄θελα να σε σκοτώσω, ενώ εσύ μου ΄δωσες πίσω τη δική μου τη ζωή και τη ζωή του Νικόλα. Εσύ ‘σαι ένας άγγελος. Εγώ, εγώ είμαι ο Δαίμονας. Σ΄ ευχαριστώ».
Το δελφίνι, σαν απάντηση ίσως στο γέρο, άφησε μια δυνατή διαπεραστική κραυγή – κάτι ίσως σαν «παρακαλώ» ή σαν «αντίο» – πήδηξε ψηλά στον αέρα πάνω από τη βάρκα του κυρ-Σταύρου, βούτηξε στα γαλανά νερά και χάθηκε. «Στο καλό, άγγελε μου, στο καλό…», συνέχισε ο κυρ-Σταύρος.
Το μονόλογο του γέρου διέκοψε η κόρνα από το ταχύπλοο του Λιμενικού. Μέσα του ήταν ο γιος του που είχε δει τη βάρκα του πατέρα του να ξεμακραίνει κι ερχόταν να τον πάρει πίσω στο χωριό. Μόλις όμως πλησίασε και είδε το Νικόλα στην αγκαλιά του κυρ-Σταύρου δε μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του.
Πατέρας, γιος και εγγονός επέστρεψαν σφιχταγγαλιασμένοι στην ακτή. Εκεί τους περίμενε η μάνα του Νικόλα μαζί με όλο το υπόλοιπο χωριό που είχε μάθει την αλλόκοτη τούτη ιστορία από τον ασύρματο του Λιμενικού, πολύ πριν εκείνοι φθάσουν.
Και λίγο πριν να πατήσουν το πόδι τους στη στεριά, ο κυρ-Σταύρος έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του εγγονού του: «Ένα πράμα να θυμάσαι σ΄ όλη σου τη ζωή Νικόλα κι αυτό το μάθαμε σήμερα μαζί: Η θάλασσα μόνο αγγέλους και θάματα κρύβει κι όχι δαίμονες. Ο μόνος δαίμονας στη θάλασσα είναι ο άνθρωπος, ο άνθρωπος Νικόλα, ο άνθρωπος».
ΤΕΛΟΣ
Ετικέτες
παραμύθι
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
